Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

Σήμερα είμαι εδώ για να σας μιλήσω για την αγάπη και το θέμα μου είναι«Η Αγάπη στη Σχολική Τάξη»Leo Buscaglia


Να ζεις, ν' αγαπάς και να μαθαίνεις
Leo Buscaglia


Ψυχολογία καθημερινής συμπεριφοράς

Το«Να ζεις, νʹ αγαπάς και να μαθαίνεις», είναι ένα από τα καλύτερα και πιο πολυδιαβασμένα βιβλία του Λεό Μπουσκάλια. Είναι ένας ολόκληρος θησαυρός και μια ατέλειωτη πηγή έμπνευσης, θάρρους και αποφασιστικότητας για όλους όσους αναζητούν μια καινούρια διάσταση στην προσωπικότητά τους και στη ζωή τους μέσα από τους δρόμους της κατανόησης και της αγάπης.

Καθηγητής της παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας, ψυχολόγος και συναρπαστικός ομιλητής, ο Μπουσκάλια σε καθηλώνει και σε μεταμορφώνει με τα βιβλία του, που όλα σχεδόν πηγάζουν από ομιλίες, διαλέξεις και ελεύθερες συζητήσεις μέσα και έξω από τις πανεπιστημιακές αίθουσες, «φωνάζει, μιμείται, γελά, δακρύζει και κλαίει», γράφει ένας σχολιαστής και συμπληρώνει:«Το να παρακολουθείς το Μπουσκάλια να μιλά είναι σαν να κουβεντιάζεις μʹ έναν παλιό φίλο πάνω σʹ ένα κοινό και ποθητό θέμα».

Ανθρωπιστικές Επιστήμες
LEO BUSCAGLIA
Living Loving and Learning
1982 by Leo Buscaglia, Inc.
Απρίλιος1988 , Εκδόσεις Γλάρος

Ο Λέο Μπουσκάλια είναι επίκουρος καθηγητής της Κοινωνικής Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας. Ιταλικής καταγωγής, αλλά γέννημα και θρέμμα της Καλιφόρνιας. Είναι γνωστός σε εκατομμύρια ακροατές και θεατές του σε όλη την Αμερική που τον παρακολουθούν σε αίθουσες διαλέξεων και τηλεοπτικές εκπομπές. Μέσα από τα μαθήματα διδασκαλίας του ανάπτυξε ένα ειδικό σεμινάριο πάνω στην αγάπη και μέσω αυτής στην αλλαγή της καθημερινής μας συμπεριφοράς. Κατά τη διατύπωσή του,«η αγάπη δεν είναι δρόμος, είναι συμμετοχή και μοιρασιά. Το να ζεις με τη φιλοσοφία της αγάπης είναι η μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής». Τα πιο γνωστά βιβλία του είναι: Να ζεις νʹ αγαπάς και να μαθαίνεις, Λεωφορείο9 για τον Παράδεισο, Η αγάπη, Ο δρόμος του Ταύρου, Η πτώση του φύλλου που το έλεγαν Φρεντ.


Πρόλογος

Ο Νίκος Καζαντζάκης υποστηρίζει πως ιδανικός δάσκαλος είναι εκείνος που γίνεται γέφυρα για να περάσει αντίπερα ο μαθητής του κι όταν πια του έχει διευκολύνει το πέρασμα, αφήνεται χαρούμενα να γκρεμιστεί, ενθαρρύνοντας το μαθητή του να φτιάξει δικές του γέφυρες.

Τέτοιες γέφυρες είναι οι διαλέξεις που περιλαμβάνονται σ' αυτό τον τόμο. Είναι απλώς ιδέες, έννοιες και συναισθήματα που θέλησα να μοιραστώ χαρούμενα με τους άλλους. Προσπάθησα να τις μεταδώσω γνωρίζοντας από την αρχή, ότι μπορούσε κανείς να τις δεχτεί, να ενθουσιαστεί μ' αυτές, να τις αγνοήσει ή να τις απορρίψει. Δεν είχε σημασία.
Τα πράγματα αυτά επαναλαμβάνονται εδώ γι' αυτούς που δεν τα άκουσαν την πρώτη φορά ή γι' αυτούς που θέλουν ίσως να τα ξανανιώσουν άλλη μια φορά.

Χαίρομαι που μοιράστηκα αυτές τις ιδέες. Ακόμα μ' εντυπωσιάζει το γεγονός ότι χιλιάδες άνθρωποι ενδιαφέρθηκαν να τις ακούσουν. Για μένα αντιπροσωπεύουν δέκα υπέροχα χρόνια ανάπτυξης και επαφής. Κοιτάζοντας πίσω δε μετανοιώνω για τίποτε και ξέρω πως θα'ρθουν κι άλλα χρόνια, καλύτερα και χειρότερα, γιατί είμαι αποφασισμένος να συνεχίζω να στήνω γέφυρες.
Leo Buscaglia


Εισαγωγή

Ευχαριστώ θερμά τον κ. Γουέμπστερ που καθορίζει την«εισαγωγή» σαν«προετοιμασία του εδάφους για μια ομιλία ή ένα βιβλίο». Ως τώρα είχα αρκετές φορές το ευχάριστο προνόμιο να«προετοιμάσω το έδαφος» για τον Λέο Μπουσκάλια— τόσο στο χαρτί όσο και στις ζωντανές του παρουσίες.
Σε μια προηγούμενη ευκαιρία είχα γράψει:«Είναι ένας άνθρωπος με πολύπλευρο ταλέντο
—δάσκαλος, μαθητής, συγγραφέας, αναγνώστης, ομιλητής, ακροατής». Την πρώτη θέση ωστόσο κατέχει το επάγγελμα που έχει διαλέξει- η διδασκαλία. Ο Λέο διδάσκει με φοβερό ενθουσιασμό και ειλικρίνεια και, πάνω απ' όλα, διδάσκει με παραδείγματα.«Αν θελήσετε μόνο να με ακούσετε», λέει το μήνυμά του,«θα σας δείξω πόσο πλούσια και περήφανη μπορεί να είναι η ζωή!»
Ένα τεράστιο αμφιθέατρο, ο κύκλος γύρω από τη φωτιά στο σαλόνι του ή μια απέραντη
αμμουδιά γίνονται για τον Λέο αίθουσες διδασκαλίας, όπου προσπαθεί να μορφώσει,— να
καθοδηγήσει — μαθητές κάθε ηλικίας και κάθε προέλευσης. Στο Πανεπιστήμιο της Νότιας
Καλιφόρνιας η νεολαία τον έχει ψηφίσει επανειλημμένα «Εξέχοντα δάσκαλο της χρονιάς»
—και φυσικά οι νέοι πάνταξέρουν.

Μια φορά που είχα πάει με ένα φίλο μου στο αεροδρόμιο να υποδεχτούμε τον Λέο, μας πλησίασε ένας ηλικιωμένος άνδρας τη στιγμή που ο Λέο πήγαινε να πάρει τις αποσκευές του και ρώτησε:«Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος; Καθόμουνα δίπλα του στο αεροπλάνο. Ποιος είναι;» Αφού τον πληροφόρησα με δυο λόγια, αναστέναξε και είπε:
«Το 'ξερα πως ήταν κάτι ιδιαίτερο. Φαινόταν να βαθμολογεί εργασίες σ' όλο το ταξίδι και σε
κάθε χαρτί σημείωνε "Ωραίο!" "Καταπληκτικό!" "Θαυμάσιο!" Κανείς δε μου έχει γράψει τέτοια πράγματα σε καμία από τις εργασίες μου. Θα το'θελα πολύ». Αυτό που έβλεπε ο συμπαθέστατος ηλικιωμένος ήταν ο τέλειος επαγγελματίας στην πράξη, ο δάσκαλος που τιμά την τέχνη της διδασκαλίας και που με τη σειρά του έχει την εκτίμηση των συναδέλφων και των μαθητών του.
Η ίδια αφιέρωση, το ίδιο πάθος χαρακτηρίζει και το γραφτό του έργο. Το βαθυστόχαστό του έργο πάνω στη συμβουλευτική,τα ανάπηρα παιδιά και οι γονείς τους: μια συμβουλευτική πρόκληση, έκανε ένα μαθητή του να παρατηρήσει: «Είναι η μοναδική μελέτη που μ' έκανε ποτέ να κλάψω». Αρχίζοντας με το Αγάπη το 1972 και περιλαμβάνοντας το πιο πρόσφατο Ατομικότητα το 1978, τα βιβλία του είναι αριστοτεχνικά οργανωμένα έργα πολυμάθειας, γενναιόδωρα διαποτισμένα από ζεστασιά και έξαρση— αλλά και ανυπομονησία μπροστά στο έρημο τοπίο κάθε ζωής που βιώνεται μέσα σε «σιωπηλή απελπισία».

Στα χρόνια που γνωρίζω τον Λέο ούτε κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές με πλησίασε κάποιος για να με ρωτήσει, «έτσι είναι πάντα, στ' αλήθεια;». Το ερώτημα είναι εύστοχο— και δύσκολο. Και βρίσκω πως η αρχική μου απάντηση σ' αυτό έχει αλλάξει. Το κατηγορηματικό και ηχηρό «Ναι!» που θα'λεγα άλλοτε, τώρα έχει γίνει ακριβέστερα:«Ναι— και όχι».

Ναι— δε χρειάζεται να βρίσκεται μπροστά σ' ένα κοινό, μικρό ή μεγάλο, για να είναι διαχυτικός και ευγενικός και αστείος και σοφός. Ναι— αυτό το ενδιαφέρον για το ανθρώπινο δυναμικό που διαισθάνεται το κοινό του είναι αληθινό. Ναι— διασκεδάζει όσο κι οποιοσδήποτε άλλος μέσα στη γεμάτη αίθουσα ή το αμφιθέατρο. Ναι— πάντα είναι ανυπόμονος απέναντι στα ναρκωμένα σώματα, μυαλά ή στόχους. Ναι— πιστεύει μ' όλη του την καρδιά ότι«είμαστε κάτι πολύ περισσότερο απ' αυτό που είμαστε». Και ναι, μια από τις πιο αγαπημένες του λέξεις είναι το ΝΑΙ! (Έχω ένα γράμμα του που το αποδεικνύει. Λέει: Αγαπητή μου Μπέτυ Λου, ναι, ναι, ναι! Με αγάπη, Λέο.)

Όμως όχι, δεν είναι«έτσι» συνέχεια, γιατί αν συνέβαινε αυτό θα ήταν απλώς ένας υπέροχος θεατρίνος— περιζήτητος, δημοφιλής και απολαυστικός, αλλά μ' ένα μονοσήμαντο μήνυμα. Η αλήθεια είναι ακριβώς αντίθετη. Το μήνυμα του Λέο, ενώ βασίζεται σε οικουμενικές αλήθειες, αλλάζει συνεχώς, διευρύνεται, παίρνει νέες διαστάσεις και βάθος και μας προτείνει καινούργιες προοπτικές.
Από πού αναβλύζει αυτή η συνεχής ανάπτυξη; Πού είναι η πηγή της; Από τους ανθρώπους
— παλιούς και νέους φίλους. Από τα βιβλία — από τους μάγους και τις μάγισσες που τα γράφουν. Από τη φύση— το πρωταρχικό παράδειγμα της αλλαγής, της ανάπτυξης και της ομορφιάς. Από τους δασκάλους του: μεγάλους μύστες των Ανατολικών πολιτισμών— από τους μαθητές του— κι από τα παιδιά. Από την υπερκόσμια μουσική! Ο Λέο είναι για μένα ένα τεράστιο στυπόχαρτο και δεν περνάει τίποτε που να μην αποτυπώνεται από το γρήγορο μάτι του, το φοβερό μυαλό του και τη γενναιόδωρη καρδιά του.

Τόσο σίγουρος είναι για την ευτυχία μιας ζωής που αγκαλιάζει την αλλαγή, που φροντίζει με κάθε τρόπο να βγάλει τους άλλους από τη βολεμένη τους απάθεια. Θυμάμαι μια συνάντηση στο Α‐τλάντικ Σίτυ, μια απ' αυτές τις βραδυνές συγκεντρώσεις που αποτελούν πια αναπόσπαστο μέρος των διαλέξεων. Απαριθμούσα περήφανα και με κάποια έπαρση, φοβάμαι, στον Λέο όλα τα σπουδαία πράγματα που είχα κάνει από την προηγούμενη συνάντησή μας. Με άκουσε υπομονετικά, μετά με κοίταξε εξεταστικά και μου είπε:«Μπέτυ Λου, πρέπει να πάψεις να κάνεις όλα αυτά τα πράγματα που ξέρεις ότι τα κάνεις πολύ καλά και να δοκιμάσεις κάτι καινούργιο». Μετά απ' αυτό γύρισα σπίτι και, αφού παραιτήθηκα απ' ό,τι έκανα, ξεκίνησα αμέσως σχεδόν μια σειρά από καινούργιες(και κάπως ανησυχητικές) περιπέτειες και διασκέδασα όσο ποτέ άλλοτε! Ρωτάτε αν ακούω αυτά που μου λέει ο Λέο; Πάντα, χωρίς εξαίρεση, και σ' όλη τη διάρκεια της φιλίας μας παρακίνησα αμέτρητες φορές και τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Να τον ακούνε και με τ' αυτιά και με το μυαλό τους

Όχι, δεν είναι«έτσι» συνέχεια— αλλιώς θα πίστευε κανείς ότι χρειάζεται την αδιάκοπη ενίσχυση από τα πλήθη που μαζεύονται όπου και να πάει. Κανένας απ' όσους ξέρω δεν εξαφανίζεται τόσο αστραπιαία και τόσο μακριά όσο ο Λέο, όταν νιώθει ότι χρειάζεται να ανανεώσει την ενέργειά του, τη συνειδητότητα, τη ζωτική του δύναμη. Μπορεί να χαθεί για ένα βράδυ στη μοναξιά του σπιτιού του ή ένα καλοκαίρι σε μια απομονωμένη καλύβα στον ποταμό Όρεγκον ή και ένα χρόνο σ' ένα νησί με μόνη παρέα τις δικές του σκέψεις και τις σκέψεις των σοφών ανθρώπων από τους οποίους είναι πάντα πρόθυμος να διδαχτεί. Είναι ένας μοναχικός άνθρωπος, αλλά η μοναχικότητά του δεν είναι τόσο μια φυγή, μια κίνηση απομάκρυνσης, όσο μια κίνηση προς κάτι— μια εποχή αφύπνισης και ανανέωσης των αισθήσεων, μια προετοιμασία για πνευματική και νοητική ανάπτυξη και ανάταση.

Τελικά το ερώτημα«Είναι πάντα έτσι;» έχει μια ανθρώπινη ή μυθική συμπαραδήλωση. Όχι, δεν είναι μύθος— αλλά είναι άνθρωπος, ένας πολύ ανθρώπινος άνθρωπος που φορές ‐ φορές παραπατάει και παραλογίζεται όπως όλοι μας, που υποφέρει από τις γραφειοκρατικές περιπλοκές της ζωής του εικοστού αιώνα όπως όλοι μας, που ζει στιγμές προσωπικής αγωνίας όπως όλοι μας, που είναι όπως όλοι μας ικανός να θυμώσει και να γίνει απάνθρωπος. Σε αντίθεση όμως με όλους εμάς, φαίνεται να χαίρεται για την ανθρωπιά του και για τις αδυναμίες, ατέλειες και γελοιότητες που προϋποθέτει η ανθρώπινη υπόσταση.

Μίλησα για τον άνθρωπο και όχι για το περιεχόμενο του σημαντικού αυτού βιβλίου, παρά το γεγονός ότι γνωρίζω περισσότερο το δεύτερο παρά τον πρώτο. Φυσικά ξέροντας το ένα ξέρει κανείς και το άλλο, εν μέρει τουλάχιστον. Θ' αφήσω όμως τη θαυμάσια ποιότητα του περιεχομένου να μιλήσει από μόνη της και θα«προετοιμάσω το δρόμο» απλώς λέγοντας— ετοιμαστείτε να μπαρκάρετε σε μια όμορφη περιπέτεια καθώς θα περιπλανηθείτε μαζί με τον Λέο στο πανηγύρι της ζωής.

Μπέτυ Λου Κράτοβιλ


1

Η αγάπη σαν αναμορφωτής της συμπεριφοράς

Είμαι απίστευτα ενθουσιασμένος που επιτέλους με παρουσιάζει κάποιος που ξέρει να προφέρει σωστά το όνομά μου. Μ' αρέσει να μιλάω για το όνομά μου γιατί είναι ένα απ' αυτά τα όμορφα ιταλικά ονόματα που έχουν όλα τα γράμματα του αλφαβήτου. Γράφεται Μπουσκάλια και προφέρεται ανάλογα. Το καλύτερο πράγμα που του συνέβη ποτέ στο επίπεδο της προφοράς του είναι κάποτε που έκανα ένα υπεραστικό τηλεφώνημα. Το τηλέφωνο μιλούσε και η τηλεφωνήτρια μου είπε πως θα μ' έπαιρνε μόλις ελευθερωνόταν η γραμμή. Όταν με πήρε, σήκωσα το ακουστικό και μου είπε:«Μπορείτε, σας παρακαλώ, να ειδοποιήσετε το δόκτορα Μποξ Καρ ότι έχει τη γραμμή του;» «Μήπως το όνομα είναι Μπουσκάλια;», τη ρώτησα κι εκείνη μου απάντησε, «Κύριέ μου, θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε».

Σήμερα είμαι εδώ για να σας μιλήσω για την αγάπη και το θέμα μου είναι«Η Αγάπη στη Σχολική Τάξη». Είσαστε τελικά πολύ θαρραλέος που με αφήνετε να έρθω εδώ και να μιλήσω για την αγάπη στη σχολική τάξη. Συνήθως μου ζητούν να καμουφλάρω κάπως το θέμα ή τουλάχιστον να προσθέσω και κάτι άλλο. Ας πούμε, «Η αγάπη, κόμμα, σαν αναμορφωτής της συμπεριφοράς». Έτσι ακούγεται πολύ επιστημονικό και δεν τρομάζει κανένα. Το ίδιο γίνεται και στο Πανεπιστήμιο, όταν πηγαίνω να κάνω το μάθημά μου περί αγάπης, οι διάφοροι συνάδελφοι χασκογελάνε και με σκουντάνε πονηρά, καθώς περπατάω στους διαδρόμους και ρωτάνε:«Τι θα γίνει, έχει κανένα εργαστήριο το Σάββατο;», τους βεβαιώνω πως δεν κάνω εργαστήρια.

Θα'θελα να σας πω μερικά πράγματα για το ξεκίνημα αυτής της ιδέας σχετικά με την αγάπη στην τάξη. Εδώ και περίπου πέντε χρόνια είχα μια συνάντηση με τον πρύτανη της Παιδαγωγικής Σχολής. Είναι ένας πολύ τυπικός άνθρωπος, καθισμένος πίσω από ένα μεγάλο κι επιβλητικό γραφείο. Μόλις είχα παρατήσει τη δουλειά μου σαν Διευθυντής της Ειδικής Εκπαίδευσης σε μία μεγάλη σχολική περιφέρεια στην Καλιφόρνια κρίνοντας, πως δεν κάνω για διοικητικός, πως ήμουνα δάσκαλος και ήθελα να ξαναγυρίσω στην τάξη. Κάθησα κι ο πρύτανης μου είπε:«Μπουσκάλια, τι θα'θελες να κάνεις σε πέντε χρόνια;». Του απάντησα αμέσως και χωρίς κανένα δισταγμό,«θα'θελα να διδάξω σε μια τάξη το μάθημα της αγάπης». Έγινε μια παύση, μια σιωπή, όπως κάνετε κι εσείς τώρα. Μετά ο πρύτανης έβηξε λίγο και μου είπε,«Και τι άλλο;».

Δυο χρόνια αργότερα δίδασκα πραγματικά μια τέτοια τάξη. Στην αρχή είχα είκοσι μαθητές. Τώρα έχω διακόσιους κι άλλοι εξακόσιοι είναι γραμμένοι στη λίστα αναμονής. Την τελευταία διδακτική περίοδο η τάξη είχε γεμίσει στα πρώτα είκοσι λεπτά μετά την έναρξη των εγγραφών. Αυτό δείχνει τι ενθουσιασμός κι ενδιαφέρον υπάρχει για το μάθημα της αγάπης.

Με εντυπωσιάζει πάντα το γεγονός ότι κάθε φορά που συνεδριάζει η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Πολιτικής για να αποφασίσει ποιοι θα είναι οι στόχοι της αμερικανικής εκπαίδευσης, καθορίζεται σαν πρώτος σκοπός η αυτοπραγμάτωση ή η αυτοέκφραση. Κι όμως ποτέ δεν έχω συναντήσει ένα μάθημα που να ξεκινάει από το Δημοτικό και να φτάνει ως το Πανεπιστήμιο με κεντρικό θέμα π.χ. το«Ποιος είμαι» ή«Τι ήρθα να κάνω εδώ;» ή
«Ποια είναι η ευθύνη μου απέναντι στον άνθρωπο;»ή, αν θέλετε, «Αγάπη».Απ' όσο ξέρω είμαστε το μόνο σχολείο της χώρας και πιθανότατα ολόκληρου του κόσμου που προσφέρει ένα μάθημα με τίτλο«Αγάπη» και είμαι ο μοναδικός καθηγητής που είναι αρκετά τρελός, ώστε να το διδάσκει.

Σ' αυτή την τάξη δε διδάσκω. Μαθαίνω απ' αυτή. Καθόμαστε σ' ένα μεγάλο παχύ χαλί και φλυαρούμε επί δύο ώρες. Συνήθως το πράγμα συνεχίζει μέχρι το βράδυ, αλλά έτσι κι αλλιώς καθόμαστε τουλάχιστον τις δύο καθορισμένες ώρες και ανταλλάσσουμε τις γνώσεις μας βασιζόμενοι στην άποψη ότι η αγάπη είναι κάτι που μαθαίνεται. Οι ψυχολόγοι, οι κοινωνιολόγοι, οι ανθρωπολόγοι μάς διδάσκουν επί χρόνια ότι η αγάπη μαθαίνεται. Δεν είναι κάτι που συμβαίνει έτσι αυθόρμητα. Νομίζω πως, επειδή έχουμε αυτή την αυταπάτη, γι' αυτό έχουμε τόσα μπλοκαρίσματα στις ανθρώπινες σχέσεις.
Κι όμως ποιος μας μαθαίνει ν' αγαπάμε; Βασικά η κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε και βέβαια αυτό ποικίλλει πολύ. Οι γονείς μας μας έμαθαν ν' αγαπάμε. Είναι οι πρώτοι μας δάσκαλοι, αλλά δεν είναι πάντα οι καλύτεροι. Πολλοί ζητάμε οι γονείς μας να είναι τέλειοι. Τα παιδιά πάντα απαιτούν την τελειότητα από τους γονείς τους καθώς μεγαλώνουν κι όταν διαπιστώνουν ότι τα ταλαίπωρα αυτά ανθρωπάκια δεν είναι τέλεια, απογοητεύονται κσι στεναχωριούνται και
θυμώνουν.Ίσως αυτό να σημαίνει η ενηλικίωση, να κοιτάζεις απέναντί σου αυτούς τους δύο ανθρώπους, αυτό τον άνδρα κι αυτή τη γυναίκα και να τους βλέπεις σαν συνηθισμένους ανθρώπους, σαν εσένα, με τα προβλήματα και τις προκαταλήψεις τους, με τρυφερότητα, με χαρά, με λύπη και με δάκρυα, καταλαβαίνοντας πως είναι απλώς άνθρωποι.
Το σημαντικό είναι πως αν έχουμε μάθει την αγάπη απ' αυτούς τους ανθρώπους και από την κοινωνία, μπορούμε να την ξεμάθουμε και να την ξαναμάθουμε από την αρχή: υπάρχει επομένως πολύ μεγάλη ελπίδα. Υπάρχει μεγάλη ελπίδα για όλους μας, σε κάποιο σημείο όμως θα πρέπει να μάθουμε ν' αγαπάμε
.
Πιστεύω πως πολλά απ' αυτά τα πράγματα βρίσκονται μέσα μας και τίποτε απ' ό,τι θα σας πω δε θα σας φανεί εντελώς καινούργιο. Αυτό που θα δείτε είναι πως κάποιος έχει το θάρρος να σηκωθεί επάνω και να το πει και να το ελευθερώσει ίσως μ' αυτό τον τρόπο μέσα σας, ώστε να πείτε εσείς στο τέλος:«Έτσι αισθάνομαι κι εγώ, δεν είναι κακό να αισθάνομαι έτσι».

Είναι πολύ ενδιαφέρον, αλλά πριν από πέντε χρόνια, όταν άρχισα να μιλάω για αγάπη, είχα μεγάλη μοναξιά, θυμάμαι, κι υπήρχαν μερικοί απ' αυτό το ακροατήριο που βρίσκονταν σ' ένα άλλο ακροατήριο όταν συμμετείχα μαζί με ένα συνάδελφο από ένα άλλο Πανεπιστήμιο σε μια συζήτηση πάνω στην αναμόρφωση της συμπεριφοράς σε αντίθεση με το συναίσθημα. Αφού μίλησα και φώναξα αρκετή ώρα περί αγάπης, ο κύριος αυτός γύρισε και μου είπε: «Μπουσκάλια, είσαι εντελώς άσχετος». Νομίζω ότι έχω το περίεργο αυτό προνόμιο να είμαι ο μόνος άσχετος άνθρωπος που έχω γνωρίσει. Κι είναι θαυμάσιο! Τώρα όμως δεν έχω πια μοναξιά, γιατί είναι πολλοί οι άνθρωποι που στρέφονται προς το συναίσθημα και το μελετούν.

Μια από τις πιο κρίσιμες εξελικτικές στιγμές για μένα ήταν όταν βρήκα το βιβλίο του Λίοναρντ Ζίλμπερμαν Κρίση στην Τάξη διαβάστε το, αν δεν το'χετε διαβάσει, είναι απίθανο. Θ' αποδειχτεί ίσως ένα από τα πιο ουσιαστικά βιβλία στην παιδαγωγική. Βρίσκεται κιόλας στον κατάλογο των μπεστ σέλερ. Όποιος ενδιαφέρεται για τα παιδιά, συμπεριλαμβανομένων και των γονιών, πρέπει να διαβάσει το βιβλίο του Ζίλμπερμαν. Πρέπει να είναι προσιτό στον καθένα. Το βιβλίο αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας τριετούς υποτροφίας Κάρνεγκι που δόθηκε στον Λίοναρντ Ζίλμπερμαν, ένα σπουδαίο κοινωνιολόγο και μεγάλο ψυχολόγο, για να διαπιστώσει σε ποια κατάσταση βρίσκεται η αμερικανική παιδεία σήμερα. Συμπεραίνει πως, δεδομένου ότι στην Αμερική η παιδεία ανήκει σε όλους, κάνουμε πολύ καλή δουλειά σ' ό,τι αφορά τη γραφή και την ανάγνωση, την αριθμητική και την ορθογραφία. Σ' αυτό είμαστε σπουδαίοι. Αποτυγχάνουμε όμως οικτρά, όταν πρόκειται να διδάξουμε στα άτομα πώς να είναι ανθρώπινα όντα. Για να το διαπιστώσει κανείς αυτό δε χρειάζεται παρά να ρίξει μια ματιά τριγύρω του. Είναι φανερό ότι ο τόνος έχει μπει σε λάθος συλλαβή.

Τον πρώτο μου χρόνο στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας(USC ) δίδασκα μια τάξη. Είναι εντυπωσιακό πράγμα— φαντάζομαι ότι το νιώθετε κι εσείς— οι δονήσεις που συλλαμβάνει κανείς από το κοινό του. Κάτι συμβαίνει ανάμεσα σε σένα και το κοινό σου, αν μιλάς σ' αυτό και όχι προς αυτό. Θα ήταν θαυμάσιο αν μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή ομάδα να καθόμαστε μαζί και να μιλάμε αντί γι' αυτές τις μαζικές συγκεντρώσεις. Ακόμη κι έτσι όμως καταλαβαίνεις ότι υπάρχουν στο ακροατήριο κάποια πρόσωπα που ξεχωρίζουν, κάποια σώματα που δονούνται. Σε αγγίζουν και τα αγγίζεις. Κάποιες στιγμές, όταν χρειάζεσαι υποστήριξη, εστιάζεσαι σ' αυτά και δέχεσαι ένα χαμόγελο που λέει:«Συνέχισε, φίλε, τα πας περίφημα». Μετά μπορείς να κάνεις τα πάντα. Είχα λοιπόν ένα τέτοιο πρόσωπο σ' αυτή την τάξη, μια όμορφη νεαρή κοπέλα. Καθόταν πάντα στην έκτη σειρά από πίσω και κουνούσε το κεφάλι της. Όταν έλεγα κάτι, έλεγε, «Α, ναι!». Κάποιες φορές ακουγόταν να λέει,«Αυτό είναι» και μετά σημείωνε∙ κάτι κι εγώ σκεφτόμουνα,«Ωραία, επικοινωνώ πραγματικά μαζί της, κάτι όμορφο συμβαίνει ανάμεσά μας. Το πράγμα θα πάει καλά, μαθαίνει» κλπ. Μια μέρα έπαψε να έρχεται: Δεν μπορούσα να καταλάβω τι είχε συμβεί και συνέχιζα να την ψάχνω, μα δεν ήταν εκεί. Τελικά ρώτησα τον Πρύτανη των Γυναικών και μου είπε: «Δεν το μάθατε;» ...αυτή η νεαρή κοπέλα που έγραφε καταπληκτικές εργασίες, που είχε ένα θαυμάσιο μυαλό και μια δημιουργικότητα αφάνταστη, ...πήγε μια μέρα στο Πασίφικ Παλισέντς, μια περιοχή με απότομα βράχια που πέφτουν στη θάλασσα. Παρκάρισε το αυτοκίνητό της, βγήκε έξω, πήδησε από το ύψωμα κι έγινε κομματάκια κάτω στα βράχια. Ακόμη μ' απασχολεί αυτό το πράγμα και λέω μέσα μου— τι είναι αυτό που κάνουμε, γιατί παραγεμίζουμε τους ανθρώπους με πληροφορίες ξεχνώντας πως είναι άνθρωποι, πως είναι ανθρώπινα πλάσματα;

Ο Καρλς Ρότζερς έχει πει τελευταία το ίδιο πράγμα για την αποτυχία μας:

Ξέρετε πως δεν πιστεύω ότι έχει καταφέρει ποτέ κανείς να διδάξει τίποτε σε κανένα. Αμφισβητώ την αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας. Το μόνο που ξέρω είναι ότι όποιος θέλει να μάθει θα μάθει. Και ίσως ο δάσκαλος είναι ένας διευκολυντής, κάποιος που απλώνει τα πράγματα μπροστά στους άλλους και τους λέει πόσο ενδιαφέρον και υπέροχο είναι αυτό και τους προσκαλεί να φάνε.

Αυτό είναι το μόνο που μπορείς να κάνεις— δε γίνεται ν' αναγκάσεις κάποιον να φάει, με κανένα τρόπο. Κανένας δάσκαλος δε δίδαξε ποτέ τίποτε σε κανένα. Οι άνθρωποι μαθαίνουν μόνοι τους. Αν κοιτάξουμε τη λέξη παιδαγωγός, θα βρούμε μέσα της το ρήμα«άγω» που σημαίνει οδηγώ, κατευθύνω. Αυτό ακριβώς σημαίνει να καθοδηγείς, να νιώθεις ενθουσιασμό ο ίδιος, να καταλαβαίνεις τον εαυτό σου και να βάλεις αυτό το πράγμα μπροστά στους άλλους λέγοντας«Κοίτα τι θαυμάσιο πράγμα. Έλα να το φάμε μαζί». Θυμηθείτε την κουβέντα της θείτσας Μέημ,«Η ζωή είναι ένα φαγοπότι και οι πιο πολλοί ηλίθιοι πεθαίνουν από την πείνα». Έτσι άρχισα ν' αναρωτιέμαι, και τώρα τα πράγματα γίνονται πιο εύκολα γιατί όλο και περισσότεροι άνθρωποι σαν τον Ζίλμπερμαν φτάνουν σ' αυτό το συμπέρασμα και δεν περνάω πια για τρελός.
Ο Σορόκιν, ένας μεγάλος κοινωνιολόγος, κάνει την εξής διαπίστωση στην εισαγωγή στο βιβλίο του Οι δρόμοι και η δύναμη της αγάπης:

Ο λογικός νους, ο δικός μας νους αμφισβητεί επιδεικτικά τη δύναμη της αγάπης. Η αγάπη μας φαίνεται φανταστικό κατασκεύασμα— την ονομάζουμε αυταπάτη, όπιο του πνεύματος, ιδεαλιστική σκέψη και αντιεπιστημονική ψευδαίσθηση. Είμαστε προκατειλημμένοι ενάντια σε κάθε θεωρία που προσπαθεί ν' αποδείξει τη δύναμη της αγάπης ανάμεσα σε άλλες θετικές δράσεις που καθορίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά και προσωπικότητα, επηρεάζουν την πορεία της βιολογικής, κοινωνικής, ηθικής και πνευματικής εξέλιξης, επιδρούν στην κατεύθυνση των πολιτικών γεγονότων, διαμορφώνουν κοινωνικούς θεσμούς και πολιτισμούς.
Στη συνέχεια προχωρεί και μας αποδεικνύει με επιστημονικές μελέτες πώς και γιατί τα πράγματαείναι έτσι.

Τι κρίμα για σένα, αν πιστεύεις ότι υπάρχει μόνο ό,τι μπορεί να μετρηθεί στατιστικά. Πραγματικά σε λυπάμαι αν διευθύνει τη ζωή σου μόνο αυτό που μπορεί να μετρηθεί, γιατί εμένα με κεντρίζει το απροσμέτρητο. Με κεντρίζουν τα όνειρα, όχι μόνο αυτό που είναι μπροστά μου. Δε δίνω δεκάρα γι' αυτό που βρίσκεται μπροστά μου. Αυτό το βλέπω. Αν θέλεις να περάσεις τη ζωή σου μετρώντας το, είναι δικαίωμά σου, εμένα όμως με ενδιαφέρει αυτό που βρίσκεται πιο έξω. Υπάρχουν τόσα που δε βλέπουμε, δεν πιάνουμε, δε νιώθουμε, δεν καταλαβαίνουμε.

Υποθέτουμε πως η πραγματικότητα είναι αυτό το κουτί που μας βάλανε μέσα, κι όμως σας βεβαιώνω πως δεν είναι έτσι. Ανοίξτε την πόρτα κάποτε και κοιτάξτε τι υπάρχει έξω. Το όνειρο του σήμερα θα είναι η πραγματικότητα του αύριο. Κι όμως έχουμε ξεχάσει να ονειρευόμαστε.

Ο Μπακμίνστερ Φούλερ ήρθε πρόσφατα στο Πανεπιστήμιό μας κι ο θαυμάσιος αυτός γέρος στάθηκε μπροστά μας κρατώντας μόνο ένα μικροσκοπικό μικρόφωνο—ούτε σημειώσεις ούτε πίνακες ούτε οπτικοακουστικά βοηθήματα— και μας μίλησε, καταγοητεύοντας ένα ακροατήριο από τρεις ή τέσσερις χιλιάδες, επί τρεις ώρες και δεκαπέντε λεπτά χωρίς σταματημό. Είπε θαυμάσια πράγματα για την ελπίδα και για το μέλλον και τα τελευταία του λόγια ήταν,«Έχω μεγάλες ελπίδες για το αύριο. Ελπίδες που πηγάζουν από τα παρακάτω τρία πράγματα— την Αλήθεια, τα Νιάτα και την Αγάπη». Μετά πήρε το μικροσκοπικό του μικρόφωνο και απομακρύνθηκε. Αλήθεια, Νιάτα και Αγάπη. Αυτή θα είναι η ελπίδα μας για το αύριο.

Νομίζω πως οι άνθρωποι αρχίζουν τώρα να προσέχουν περισσότερο το πράγμα που ονομάζουμε αγάπη. Το κάνουν χωρίς να ντρέπονται. Λένε,«Πρέπει ίσως να ξαναγυρίσουμε σ' αυτό». Ο Ζίλμπερμαν λέει: «Αυτό που λείπει, είναι το συναίσθημα. Τα σχολεία είναι θλιβερά μέρη χωρίς πνευματικότητα που πνίγουν τα παιδιά και σκοτώνουν τη δημιουργικότητα και τη χαρά». Κι όμως θα'πρεπε να είναι τα πιο χαρούμενα μέρη του κόσμου, γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από το να μαθαίνεις. Είναι συγκλονιστικό πράγμα η μάθηση γιατί, κάθε φορά που μαθαίνεις κάτι, γίνεσαι κάτι καινούργιο. Δεν μπορείς να μάθεις κάτι χωρίς να αναπροσαρμόσεις αυτό που είσαι πάνω στα νέα πράγματα που έχεις μάθει. Γι' αυτό θα'θελα να σας μιλήσω για λίγο και να σας πω τι πιστεύω πως είναι ο άνθρωπος που αγαπάει. Θα μπορούσα να πω ο δάσκαλος που αγαπάει, μα δε μου αρέσει. Βλέπετε δεν είσαστε μόνον δάσκαλος, αλλά και άνθρωπος. Τα παιδιά ταυτίζονται με τους ανθρώπους. Δυσκολεύονται όμως πολύ να ταυτιστούν με τους δασκάλους. Όταν αρχίσει κανείς να φέρεται σαν δάσκαλος, μέσα στο ρόλο του πιάνει τον εαυτό του να λέει ένα σωρό πράγματα που δε θα'θελε να πει.

Εκπαιδεύουμε τους δασκάλους. Τους εκπαιδεύουμε και τους στέλνουμε έτοιμους σαν όμορφα ανθρώπινα πλάσματα. Μετά τους βάζουμε μέσα σε μια τάξη και ξέρετε τι λένε όταν ξαναγυρίζουν;«Έπιασα τον εαυτό μου να λέει όλα τα φριχτά πράγματα που μ' έκαναν να μισώ τους δικούς μου δασκάλους, όπως, «Θα μας πάρει το βράδυ, Μαίρη», «Εσένα περιμένουμε, Τζόνυ», «Πολύ μου αρέσει ο τρόπος που κάθεσαι, Τζόνυ». Σας θυμίζουν τίποτε όλα αυτά; Κι ακούς η Μαίρη να λέει,«Περίμενε όσο θέλεις, γερο‐βλάκα». Πράγματι περιμένουμε τη Μαίρη. Κι όμως σ' ένα τέτοιο ρόλο βρισκόμαστε κλεισμένοι. Πιάνουμε τον εαυτό μας να περπατάει πάνω κάτω μπροστά από τα θρανία και να μονολογεί, γιατί εμείς είμαστε οι δάσκαλοι. Και πιστεύουμε ακόμη στο μύθο ότι διδάσκουμε κάτι. Τα παιδιά πάντα μαθαίνουν. Το μόνο που έχει να κάνει κανείς, είναι να τα καθοδηγήσει∙ αυτό είναι το κύριο έργο μας.

Η αποτυχία μας στις παιδαγωγικές σχολές οφείλεται στο ότι δε βοηθάμε τους δασκάλους να πετάξουν από πάνω τους το ρόλο του δασκάλου και να γίνουν ξανά άνθρωποι συνειδητοποιώντας ότι είναι καθοδηγητές. Στο βαθμό που θα το αναγνωρίσουν αυτό θα είναι αποτελεσματικοί στην τάξη τους, γιατί το παιδί καταλαβαίνει τον καθοδηγητή. Θα σας πω μερικές ιδέες γύρω από το τι είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει κι αν εσείς θέλετε να τις κολλήσετε στο τι είναι ένας δάσκαλος που αγαπάει, δικαίωμά σας. Εμένα όμως μ' ενδιαφέρει περισσότερο ο άνθρωπος που αγαπάει.

Κατ' αρχήν πιστεύω ότι το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου που αγαπάει είναι ότι αγαπάει τον εαυτό του. Τώρα πολλοί θα τιναχτούν και θα πουν,«Μμ... τι θέλει να πει μ' αυτό;». Δε μιλάω για το χάιδεμα του εγώ μας. Δε μιλάω για τον άνθρωπο που στέκεται μπροστά στον καθρέφτη λέγοντας,«Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποιος είναι ο πιο ωραίος; Πόσο δίκιο έχεις, καθρέφτη μου». Ξέρετε πολύ καλά πως δε μιλάω γι' αυτό, όταν αναφέρομαι στον άνθρωπο που αγαπάει τον εαυτό του. Μιλάω για τον άνθρωπο που συνειδητοποιεί, ότι δεν μπορείς να δώσεις παρά αυτό που έχεις και γι' αυτό καλά θα κάνεις να προσπαθήσεις όσο μπορείς ν' αποχτήσεις κάτι. Θέλεις να είσαι ο πιο μορφωμένος, ο πιο λαμπερός, ο πιο ενδιαφέρων, ο πιο πολυτάλαντος, ο πιο δημιουργικός άνθρωπος του κόσμου, γιατί έτσι θα μπορέσεις να τα δώσεις όλα αυτά. Ο μοναδικός λόγος που έχεις κάτι, είναι για να το δίνεις.

Η φράση«Δεν μπορώ να σε διδάξω κάτι που δεν ξέρω» φαίνεται εύκολη και αυτονόητη. Κι όμως είμαστε αναγκασμένοι να την πούμε. Αν έχω σκοπό να σηκωθώ και να μιλήσω σε μια ομάδα, καλά θα κάνω να γνωρίζω κάτι ή να έχω κάτι να τους πω. Αν έχω σκοπό να διδάξω μια τάξη πάνω στις δυσκολίες της μάθησης, πρέπει να ξέρω μερικά πράγματα πάνω στις δυσκολίες της μάθησης. Και δεν μπορώ να διδάξω στην τάξη μου παρά αυτά που ξέρω. Αν θέλω επομένως να γίνω ένας καλός δάσκαλος στο θέμα των δυσκολιών της μάθησης, τότε θα πρέπει να ξέρω ό,τι είναι δυνατό να μάθει κανείς πάνω στις δυσκολίες της μάθησης. Το θαυμάσιο πράγμα σ' αυτή την υπόθεση είναι πως μπορώ να διδάξω όλα όσα ξέρω σ' όλους τους ακροατές αυτής της αίθουσας, χωρίς εγώ να έχω χάσει τίποτε, γιατί θα εξακολουθώ να γνωρίζω όσα γνωρίζω. Επομένως, στην πραγματικότητα, δε δίνεις τίποτε— απλώς το μοιράζεσαι. Ο Φούλερ είπε το προηγούμενο βράδυ:«Για να σας διδάξω όλα όσα ξέρω, μου φτάνουν μόνο δεκαπέντε ώρες». Φανταστείτε αυτό το πανέξυπνο, απίθανο μυαλό— αυτόν το μεγάλο επιστήμονα και φιλόσοφο να λέει:«Σε δεκαπέντε ώρες θα σας διδάξω όλα όσα ξέρω». Αλλά κι αν το κάνει δε θα έχει χάσει τίποτε απ' όσα ξέρει, θα συνεχίσει να τα ξέρει.

Το ίδιο συμβαίνει και με την αγάπη. Θα μπορούσα ν' αγαπάω κάθε άνθρωπο μέσα σ' αυτή την αίθουσα, αν είχα την ευκαιρία να σας γνωρίσω όλους από κοντά, με την ίδια ένταση. Κι ωστόσο θα είχα πάντα το ίδιο ποσό αγάπης και το ίδιο δυναμικό που έχω αυτή τη στιγμή. Δε θα έχανα τίποτε. Θα έπρεπε όμως να το έχω από την αρχή.

Αν η αγάπη μου είναι νευρωτική, αν είναι κτητική, αν είναι αρρωστημένη, τότε το μόνο που θα μπορούσα να σας διδάξω είναι η νευρωτική, κτητική, αρρωστημένη αγάπη.
Αν η γνώση μου πάνω σ' ο,τιδήποτε είναι πλατιά και ατελείωτη, μπορώ να σας τη δώσω.

Γι' αυτό και η ευθύνη μου απέναντι στον εαυτό μου είναι να τον μεγαλώσω, να τον γεμίσω με γνώση, με αγάπη, με κατανόηση, με εμπειρίες, με τα πάντα, έτσι που να μπορώ να σας τον δώσω κι εσείς να τον πάρετε και να χτίσετε τα πράγματα από κει και πέρα.

Κανένας δε συνεχίζει το μάθημα της αγάπης πέρα από ένα χρόνο. Είναι μια τάξη μονοετής. Παίρνετε ό,τι έχω να σας δώσω. Το προσθέτετε σ' αυτό που έχετε μέσα σας και βγαίνετε στον κόσμο να φτιάξετε κάτι ωραίο. Για παράδειγμα βλέπω την προσωπικότητα όχι όπως τη βλέπει ο ψυχολόγος ή ο κοινωνιολόγος ή ο ανθρωπολόγος, αλλά σαν κάτι που μας έλειψε για πολύ μεγάλο διάστημα. Αυτό το κάτι είναι η μοναδικότητα. Βλέπω τον καθένα σαν μοναδικό άτομο που κρύβει μέσα του ένα παράγοντα Χ, ας πούμε, μια και δεν υπάρχει καλύτερη ονομασία. Κάτι μέσα σ' εσένα που είναι μόνο δικό σου, που διαφέρει από τους άλλους, που σε κάνει να βλέπεις διαφορετικά, να νιώθεις διαφορετικά, ν' αντιδράς διαφορετικά. Πιστεύω πως αυτό το έχουμε όλοι μας και εύχομαι μόνο να είχατε την τύχη να συναντήσετε κάποιον που να ήξερε και να σας βοήθησε να το αναπτύξετε.
Γιατί ίσως η ουσία της παιδείας δεν είναι να σας παραγεμίσει το κεφάλι με πληροφορίες, αλλά να σας βοηθήσει ν' ανακαλύψετε τη μοναδικότητά σας, να σας διδάξει πώς να την αναπτύξετε και μετά να σας δείξει πώς να τη δώσετε στους άλλους.


Φανταστείτε πώς θα ήταν ο κόσμος μας, αν ο καθένας μέσα σ' αυτό το δωμάτιο είχε την ευκαιρία να ενθαρρυνθεί να γίνει ένα μοναδικό ανθρώπινο πλάσμα.
Ξέρετε όμως τι νομίζω εγώ; Πως ο στόχος του παιδαγωγικού μας συστήματος είναι να κάνει όλους τους ανθρώπους ίδιους. Κι όταν το καταφέρνουμε αυτό, θεωρούμε τον εαυτό μας τυχερό. Αυτό συμβαίνει κάθε μέρα!«Δε μ' ενδιαφέρει η μοναδικότητά σου. Μ' ενδιαφέρει αν κατάφερα να σου περάσω το δικό μου εαυτό και στο βαθμό που κατάφερα να με παπαγαλίζεις θεωρώ τον εαυτό μου πετυχημένο δάσκαλο».

Διηγούμαι πάντα την ιστορία ενός σχολείου ζώων, μια συναρπαστική ιστορία που λένε οι παιδαγωγοί επί χρόνια. Πάντα γελάμε μ' αυτή, αλλά ποτέ δεν κάνουμε τίποτε.
Ένας λαγός, ένα πουλί, ένα ψάρι, ένας σκίουρος, μια πάπια και διάφορα άλλα ζώα αποφάσισαν ν' ανοίξουν ένα σχολείο. Κάθησαν όλοι κάτω να οργανώσουν το πρόγραμμα. Ο λαγός επέμεινε ότι στο πρόγραμμα έπρεπε να συμπεριληφθεί το τρέξιμο. Το πουλί επέμεινε για το πέταγμα. Το ψάρι επέμεινε για το κολύμπι. Ο σκίουρος επέμεινε για το κάθετο σκαρφάλωμα στα δέντρα. Κι όλα τα άλλα ζώα ήθελαν να συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα η ειδικότητά τους, κι έτσι έβαλαν τα πάντα και μετά έκαναν το ανεπανόρθωτο σφάλμα να επιμείνουν να παρακολουθήσουν όλα τα ζώα όλα τα μαθήματα. Ο λαγός έτρεχε υπέροχα, κανείς δεν έτρεχε τόσο γρήγορα σαν το λαγό. Οι άλλοι όμως επέμειναν ότι ήταν απαραίτητο για τη διανοητική και συγκινησιακή πειθαρχία να μάθουν στο λαγό να πετάει. Επέμειναν λοιπόν να μάθει να πετάει και τον ανέβασαν σ' ένα κλαδί και του είπαν:«Πέτα, λαγέ!» Το κακόμοιρο το ζωάκι πήδησε κι έσπασε το πόδι του και το κεφάλι του. Έπαθε ζημιά ο εγκέφαλός του και μετά ούτε να τρέξει καλά δεν μπορούσε. Έτσι αντί για Α στο τρέξιμο πήρε Γ. Πήρε κι ένα Δ στο πέταγμα για την καλή του προσπάθεια. Κι όλοι στην επιτροπή του προγράμματος ήταν ευχαριστημένοι. Το ίδιο έγινε και με το πουλί— πέταγε σαν τον άνεμο εδώ κι εκεί, έκανε τούμπες και κόλπα κι έπαιρνε Α στο πέταγμα. Οι άλλοι όμως επέμειναν ότι έπρεπε να μάθει να σκάβει τρύπες σαν τυφλοπόντικας. Βέβαια το πουλί έσπασε τελικά τα φτερά του και το ράμφος του και πολλά άλλα και δεν μπορούσε πια ούτε να πετάει. Όλοι όμως ευχαριστήθηκαν που του έβαλαν ένα Γ στο πέταγμα, και ούτω καθεξής. Και ξέρετε ποιος ήταν ο αριστούχος αυτού του σχολείου; Ένα διανοητικά καθυστερημένο χέλι, γιατί μπορούσε να κάνει τα πάντα σχεδόν αρκετά καλά. Η κουκουβάγια αποσύρθηκε και τώρα ψηφίζει«όχι» σε όλα τα ψηφίσματα που έχουν να κάνουν με τα κονδύλια της παιδείας.

Όλοι το ξέρουμε πολύ καλά, πως ο τρόπος αυτός είναι λανθασμένος κι ωστόσο κανείς δεν κάνει ποτέ τίποτε. Μπορεί να είσαι μεγαλοφυία. Μπορεί να είσαι ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του κόσμου— δε θα καταφέρεις να μπεις στο Πανεπιστήμιο αν δεν περάσεις την τριγωνομετρία. Που θα την κάνεις τι; Δεν μπορείς να πάρεις απολυτήριο από το Λύκειο αν δεν περάσεις σ' αυτό και σε κείνο το μάθημα! Δεν μπορείς να βγεις από το Δημοτικό αν δεν κάνεις αυτό ή το άλλο! Δεν έχει καμιά σημασία ποιος είσαι.
Ρίξτε μια ματιά στη λίστα των αποτυχημένων μαθητών: Γουίλιαμ Φώκνερ, Τζον Φ. Κέννεντυ, Τόμας Έντισον. Δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα στο σχολείο. Ήταν κόλαση γι' αυτούς.«Δε θέλω να μάθω κάθετο σκαρφάλωμα. Ποτέ δεν πρόκειται να σκαρφαλώσω κάθετα σ' ένα δέντρο. Είμαι πουλί. Μπορώ να πετάξω στην κορφή του δέντρου χωρίς να χρειάζεται να σκαρφαλώσω». «Δεν έχει σημασία, είναι καλή πνευματική άσκηση».

Σαν άτομα δεν πρέπει να αρκούμαστε στο να γίνουμε απλώς σαν τους άλλους. Πρέπει να πολεμήσουμε το σύστημα.
Πάρτε για παράδειγμα τους καθηγητές των τεχνικών.(Δεν έχω τίποτε εναντίον των καθηγητών των τεχνικών. Τους λυπάμαι τους καημένους.) Θυμάμαι τις φορές που έρχονταν στην τάξη μου στο Δημοτικό κι είμαι σίγουρος ότι τους θυμόσαστε κι εσείς. Σας έδιναν ένα κομμάτι χαρτί, ο δάσκαλος ετοίμαζε τον πίνακα, κι εσείς περιμένατε γεμάτοι ενθουσιασμό. Θα ήταν η ώρα των τεχνικών. Είχατε μπροστά σας μια σειρά από κραγιόνια, δένατε τα χέρια σας και περιμένατε. Σε λίγο ερχόταν τρέχοντας μια ταλαίπωρη, εξαντλημένη γυναίκα, που βιαζόταν γιατί έπρεπε να διδάξει τεχνικά σε άλλες δεκατέσσερις τάξεις αυτή τη μέρα. Ορμούσε μέσα με το καπέλο της στραβοβαλμένο, λαχανιασμένη και ανάγγελλε:«Καλημέρα, παιδιά. Σήμερα θα ζωγραφίσουμε ένα δέντρο». «Ζήτω», έλεγαν τα παιδιά, «θα ζωγραφίσουμε ένα δέντρο!». Έπαιρνε λοιπόν ένα πράσινο κραγιόνι και σχεδίαζε αυτό το μεγάλο πράσινο πράγμα. Μετά του σχεδίαζε μία καφετιά βάση και λίγα χορταράκια.«Αυτό είναι ένα δέντρο», έλεγε. Και τα παιδιά το κοίταζαν καλά κι έλεγαν,
«Αυτό δεν είναι δέντρο, είναι γλειφιντζούρι». Εκείνη όμως επέμενε και μοίραζε τα χαρτιά λέγοντας: «Τώρα ζωγραφίστε κι εσείς ένα δέντρο». Στην πραγματικότητα δεν εννοούσε «Ζωγραφίστε ένα δέντρο», αλλά «Ζωγραφίστε το δέντρο μου».
Και όσο πιο γρήγορα καταλάβαινες τι ήθελε και κατάφερνες να μιμηθείς το γλειφιντζούρι και να της το δώσεις, τόσο πιο εύκολα έπαιρνες Α.

Υπήρχε όμως πάντα ο μικρούλης που ήξερε ότι αυτό δεν ήταν δέντρο, γιατί είχε δει τα δέντρα έτσι όπως δεν τα είχε ζήσει ποτέ η καθηγήτρια των τεχνικών. Είχε πέσει από ένα δέντρο, είχε δαγκώσει ένα δέντρο, είχε μυρίσει ένα δέντρο, είχε καθήσει στα κλαδιά ενός δέντρου, είχε ακούσει τον άνεμο να περνάει μέσα από το φύλλωμα ενός δέντρου και ήξερε, πως το δικό της δέντρο ήταν γλειφιντζούρι. Έτσι έπαιρνε το μοβ και το πορτοκαλί και το μπλε και το ροζ και το πράσινο και γέμιζε τη σελίδα του και μετά σηκωνόταν και της το πήγαινε χαρούμενος. Η καθηγήτρια το κοίταζε και έλεγε:«Ω, Θεέ μου, εγκεφαλική βλάβη— να πάει σε ειδική τάξη».

Πόσος καιρός χρειάζεται για να καταλάβει κάποιος ότι αυτό που του λες στην πραγματικότητα είναι, «Για να σε περάσω, θέλω να μιμηθείς το δέντρο μου». Έτσι πηγαίνουν τα πράγματα από την πρώτη του Δημοτικού ως τα σεμινάρια του Πανεπιστημίου. Εγώ διδάσκω σε σεμινάρια στο Πανεπιστήμιο. Είναι απίστευτο το πώς έχουν μάθει πια να παπαγαλίζουν τα παιδιά που έχουν φτάσει σ' αυτό το επίπεδο. Ρωτάτε αν σκέφτονται; Μη λέτε ανοησίες. Μπορούν να σου επαναλάβουν λέξη προς λέξη τα στοιχεία που τους δίνεις. Και δεν μπορείς να τα κατηγορήσεις αυτά τα παιδιά, γιατί έτσι έμαθαν. Τους λες: «Σκέψου δημιουργικά» και τους πιάνει φόβος. «Δεν το εννοεί πραγματικά αυτό, έτσι δεν είναι;» Τι συμβαίνει λοιπόν στη μοναδικότητά μας, τι συμβαίνει στο δέντρο μας; Όλη αυτή η καταπληκτική μοναδικότητα χάνεται στον πάτο της θάλασσας. Όλοι είναι σαν όλους κι όλοι είναι ευτυχισμένοι.
Ο Ρ. Ντ. Λαινγκ λέει:«Ικανοποιούμαστε όταν κάνουμε τα παιδιά μας ανθρώπους σαν κι εμάς: στερημένους, άρρωστους, τυφλούς, κουφούς, αλλά με υψηλό δείκτη νοημοσύνης».

Ο άνθρωπος που αγαπάει δεν αρκείται στο να είναι μοναδικός, να αναπτύσσει τη μοναδικότητά του και να παλεύει για να τη διατηρεί. Θέλει να είναι ο σπουδαιότερος, γιατί καταλαβαίνει ότι αυτό μπορεί να το δώσει στους άλλους. Δεν ξέρω πόσοι από σας γνωρίζουν τα γραφτά του Ρ. Ντ. Λαινγκ. Η πολιτική της Εμπειρίας είναι ένα από τα καλύτερα δώρα που θα μπορούσα να σας κάνω. Είναι ένα μικρό βιβλιαράκι με απίθανο περιεχόμενο. Μιλάει σ' αυτό το βιβλίο για το ανθρώπινο δυναμικό και την ανάπτυξή του. Κάνει μέσα μια διαπίστωση που είναι κατά τη γνώμη μου μια από τις ωραιότερες που διάβασα ποτέ. Και δεν την έχει ούτε υπογραμμισμένη ούτε γραμμένη με πλάγια. Είναι απλώς ένα μέρος από τις απόψεις του.
Λέει λοιπόν:
Σκεφτόμαστε πολύ λιγότερο απ' όσα ξέρουμε. Ξέρουμε πολύ λιγότερα απ' όσο αγαπάμε. Αγαπάμε πολύ λιγότερο απ' όσο μπορούμε. Και σ' αυτό ακριβώς το βαθμό είμαστε πολύ λιγότεροι απ' όσο είμαστε».

Πώς σας φαίνεται;

Εντυπωσιακές αλλαγές συμβαίνουν σ' ολόκληρη τη χώρα. Υπάρχουν ινστιτούτα για την ανάπτυξη του ατόμου. Ο Χέρμπερ Όττο, ο Φιτζέραλντ, ο Καρλ Ρότζερς, το κάνουν αυτό χωρίς να πληρώνονται. Ιδρύουν ινστιτούτα και ζουν από τα δικαιώματα των βιβλίων τους, ψάχνοντας να βρουν τρόπους να βοηθήσουν τους ανθρώπους να αναπτύξουν και πάλι το δυναμικό τους, γιατί αλλιώς πάμε χαμένοι. Αυτό φώναζε και ο Φούλερ:«Ας γυρίσουμε στον εαυτό μας». Έχουμε δυνατότητες να δούμε, να νιώσουμε, ν' αγγίξουμε, να μυρίσουμε, τέτοιες δυνατότητες που ποτέ δεν τις έχουμε ονειρευτεί. Όμως έχουμε ξεχάσει πώς. Αυτά είναι τα πράγματα που θέλουμε να κάνουμε, αν ενδιαφερόμαστε για τον εαυτό μας κι αν τον αγαπάμε.

Έζησα μια μοναδική εμπειρία πριν από εφτά χρόνια. Πούλησα τα πάντα. Έκανα κάτι που όλοι όσοι το άκουσαν το ονόμασαν καθαρή τρέλα. Πούλησα όλα τα πράγματα που κατά τον πολιτισμό μας έχουν αξία... το στερεοφωνικό, τους δίσκους, τα βιβλία, την ασφάλειά μου, το αυτοκίνητό μου, μάζεψα τα λεφτά και πέρασα δυο χρόνια γυρίζοντας τον κόσμο. Τον περισσότερο καιρό τον πέρασα στην Ασία, γιατί τη γνωρίζω λιγότερο από οποιοδήποτε άλλο μέρος στον κόσμο. Τα δύο τρίτα του κόσμου δεν έχουν καμιά σχέση με το Δυτικό Κόσμο. Οι άνθρωποι αυτοί σκέφτονται, αισθάνονται, αντιλαμβάνονται διαφορετικά και μαθαίνεις πολλά πράγματα για τον εαυτό σου, όταν βγεις από το δυτικό σου περιβάλλον και διαπιστώσεις ότι υπάρχουν μέρη όπου ακόμη και η λέξη Χριστός είναι άγνωστη. Υπάρχουν μέρη που δεν έχουν ιδέα για το πώς σκέφτεται, πράττει, ή νιώθει η δυτική μας κουλτούρα. Κι αυτοί είναι οι άνθρωποι με τους οποίους ερχόμαστε σε μετωπική σύγκρουση. Οι λέξεις τους, δεν είναι οι λέξεις μας. Τα συναισθήματά τους δεν είναι τα δικά μας. Κι όμως διδάχτηκα πολλά πράγματα ταξιδεύοντας σ' αυτές τις χώρες.
Διδάχτηκα κάτι πραγματικά μοναδικό όταν ήμουνα στην Καμπότζη. Βρισκόμουνα στο Αγκόρ Βατ και θαύμαζα τα καταπληκτικά βουδιστικά ερείπια. Είναι κάτι το φανταστικό-τεράστιες κεφαλές του Βούδα πνιγμένες μέσα στα φυλλώματα των μπανυάν με πιθήκους να πετάγονται από δέντρο σε δέντρο, ένα τοπίο άγριο, ανοιχτό, όμορφο, ερείπια που όμοιά τους δεν τα'χετε φανταστεί καν— ένας εντελώς νέος κόσμος για μας. Εκεί γνώρισα μια Γαλλίδα που είχε μείνει στον τόπο μετά την αποχώρηση των Γάλλων.«Ξέρεις Λέο», μου είπε,«αν θέλεις να ζήσεις πραγματικά την Καμπότζη μην κάθεσαι εδώ στα ερείπια. Καλά είναι κι αυτά, αλλά είναι προτιμότερο να βγεις έξω και να γνωρίσεις τον κόσμο. Να δεις τι κάνουν. Έχεις έρθει την κατάλληλη εποχή γιατί τώρα αρχίζουν οι μουσώνες κι ο τρόπος της ζωής αλλάζει». Και πρόσθεσε:«κατέβα στην Τόνλε Σαπ (Αν θυμόσαστε λίγο τη γεωγραφία σας, είναι μια μεγάλη λίμνη που πιάνει το μεγαλύτερο μέρος της Καμπότζης) γιατί την εποχή αυτή ο κόσμος αρχίζει μια πολύ ενδιαφέρουσα προσπάθεια. Όταν έρχονται οι μουσώνες, οι δυνατές βροχές παρασύρουν τα σπίτια τους κι όλα τους τα υπάρχοντα. Τότε οι άνθρωποι αυτοί μπαρκάρουν σε κοινοτικές σχεδίες, πολλές οικογένειες μαζί. Οι βροχές έρχονται, οι σχεδίες επιπλέουν και ο κόσμος συνεχίζει να ζει όπως και πριν, αλλά κοινοτικά». Σκέφτηκα λοιπόν, δε θα ήταν ωραίο αν έξι μήνες το χρόνο μπορούσαμε, μερικοί από μας, να ζούμε μαζί; Καταλαβαίνω τι σκεφτόσαστε να μου απαντήσετε: Και ποιος θέλει να ζήσει παρέα με το γείτονά του; Ίσως όμως να είναι ωραίο πράγμα να ζήσεις λίγο με το γείτονά σου και να δεις ξανά πώς είναι να εξαρτάσαι από τους άλλους και τι ωραίο που είναι να μπορείς να πεις σε κάποιον:«Σε χρειάζομαι». Νομίζουμε ότι ενήλικος σημαίνει να είσαι ανεξάρτητος και να μη χρειάζεται κανένα και γι' αυτό πεθαίνουμε όλοι από μοναξιά.
Τι καταπληκτικό πράγμα να σε χρειάζεται κάποιος!
Και τι σπουδαίο πράγμα να χρειάζεσαι τους άλλους και να λες σε κάποιον,«Σε χρειάζομαι»! Δεν έχω κανένα πρόβλημα να πω ότι σας χρειάζομαι όλους, τον καθένα σας χωρίς καμιά εξαίρεση. Το κακό είναι ότι οι ζωές μας απλώς συναντιούνται μερικές φορές. Τα πιο σπουδαία βιώματα όμως της ζωής μου τα έζησα, όταν οι ζωές διασταυρώνονται και δυο άνθρωποι καταφέρνουν να επικοινωνήσουν.

Οι Καμποτζιανοί όμως το μαθαίνουν αυτό νωρίς γιατί τους το διδάσκει η φύση. Η φύση είναι μεγάλος δάσκαλος. Δεν έχουμε παρά να ξαναδιαβάσουμε τη Λίμνη Γουόλντεν. Θυμηθείτε την καταπληκτική φράση του Θορώ:«Αχ, Θεέ μου, να φτάσει κανείς στο σημείο του θανάτου για να καταλάβει ότι δεν έζησε ποτέ». Σκεφτείτε το λίγο. Τέλος πάντων κατέβηκα στη λίμνη με το ποδήλατο και τους βρήκα εκεί. Και σκέφτηκα ότι θα 'θελα να βοηθήσω αυτούς τους ανθρώπους στη μετακόμισή τους για να γίνω έτσι κι εγώ μέλος της κοινότητάς τους. Η Γαλλίδα γέλασε όταν της το είπα και μου απάντησε:«Ναι, βοήθησέ τους να μετακομίσουν». Τι είχαν να μετακομίσουν; Η φύση τους έχει διδάξει ότι το μόνο πράγμα που έχουν είναι από την κορυφή του κεφαλιού τους ως τις μύτες των ποδιών τους... τον εαυτό τους. Όχι πράγματα. Δεν μπορούν να μαζέψουν πράγματα, γιατί κάθε χρόνο έρχονται οι μουσώνες και δεν έχουν πού να τα πάνε αυτά τα πράγματα. Και δεν μπορούσα να μη σκεφτώ:«Τι θα'κανες, Μπουσκάλια, αν φυσούσε μουσώνας στο Λος Άντζελες την επομένη εβδομάδα; Τι θα'παιρνες μαζί σου; Την εγχώρια τηλεόραση; Το αυτοκίνητο; Το πτυελοδοχείο που σου άφησε η θεία Ματίλντα;» Το μοναδικό πράγμα που έχεις να πάρεις είναι ο εαυτός σου. Στο Λος Άντζελες έχουμε σεισμούς, όπως έχετε ακούσει σίγουρα. Είναι μια μοναδική αίσθηση, σας βεβαιώ, να μη μπορείς να ελέγξεις πού θα βρεθείς ή πού θα βρεθεί το σπίτι σου.

Πρόσφατα είχαμε ένα πολύ δυνατό σεισμό στο Λος Άντζελες και το σπίτι μου έπαθε σοβαρές ζημιές. Έπεσε το ταβάνι του καθιστικού και το τζάκι γκρεμίστηκε από μέσα. Μείναμε χωρίς νερό και πολλά άλλα. Ξαφνικά μάθαμε την αξία των πραγμάτων. Ο σεισμός μάς δίδαξε ξανά ότι τα πράγματα ήταν ανόητα κι ότι το μόνο που είχαμε ήταν ο εαυτός μας. Βγήκα από το σπίτι, ενώ γύρω μου γκρεμίζονταν πράγματα. Μόλις χάραζε και ο ουρανός άρχιζε να φωτίζεται. Στην πίσω αυλή μου έχω μια μεγάλη ροδακινιά.Ήταν εκεί ολάνθιστη. Και ξαφνικά, σαν αστραπή ήρθε στο μυαλό μου η σκέψη«Όλος αυτός ο όμορφος κόσμος θα συνεχίσει να υπάρχει ακόμη και χωρίς εσένα, φίλε μου». Και βρίσκω πως ο σεισμός άξιζε γιατί μου θύμισε αυτή την αλήθεια.

Οι φιλόσοφοι και οι ψυχολόγοι μας το λένε αυτό για χρόνια:«Δεν έχεις τίποτε άλλο εκτός από τον εαυτό σου. Γίνε λοιπόν ο πιο όμορφος, ο πιο τρυφερός, συναρπαστικός άνθρωπος του κόσμου. Έτσι θα επιζήσεις πάντα». Θυμόσαστε τη Μήδεια στην αρχαία τραγωδία; Θυμόσαστε το σημείο όπου όλα έχουν χαθεί και της λέει ο χορός:«Τι απομένει, Μήδεια; Όλα γκρεμίστηκαν, όλα χάθηκαν». Και η Μήδεια απαντάει:«Τι απομένει; Εγώ».Αυτή είναι απάντηση!«Τι εννοείς τι απομένει; Όλα απομένουν. Απομένω εγώ!» Όταν αναγνωρίζουμε πόσο σημαντικό είναι να επιστρέφει κανείς σ' ένα σεβασμό για τον εαυτό του, σε μια αγάπη για τον εαυτό του και σε μια συνειδητοποίηση ότι όλα προέρχονται από τον εαυτό του, τότε μπορούμε να δώσουμε στους άλλους. Τότε έχουμε φτάσει σ' ένα σημαντικό σταθμό γιατί, αν δε μας αρέσει ο εαυτός μας, μπορούμε πάντα να μάθουμε να μας αρέσει. Μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα καινούργιο εαυτό. Μπορούμε. Αν δε σας αρέσει το σκηνικό μέσα στο οποίο κινείστε, γκρεμίστε το και φτιάξτε ένα καινούργιο. Αν δε σας αρέσουν οι συμπρωταγωνιστές σας, ξεφορτωθείτε τους και μαζέψτε καινούργιο θίασο. Αυτό όμως πρέπει να το κάνετε εσείς. Είναι δική σας δουλειά. Αυτό πάντως είναι το κύριο. Κι αν δεν πούμε τίποτε άλλο πέρα απ' αυτό, εγώ θα πιστεύω, μ' όλη μου την καρδιά, ότι σας άφησα κάτι. Μια επιστροφή στον εαυτό σας.

Ο Σαιντ‐Εξυπερύ, ο Γάλλος φιλόσοφος, κάνει μια καταπληκτική παρατήρηση σ' ένα από τα βιβλία του, κι έχει γράψει μερικά πολύ σπουδαία. Λέει:«Ίσως η αγάπη(κι εδώ μπορείτε ν' αντικαταστήσετε τη λέξη με την παιδεία, αν θέλετε) είναι ο τρόπος να σε οδηγήσω μαλακά πίσω στον εαυτό σου». Εγώ δεν έχω κανένα ορισμό για την αγάπη, αλλά αυτός είναι ένας από τους πιο σωστούς που έχω ακούσει.«Ίσως η αγάπη είναι ο τρόπος να σε οδηγήσω μαλακά πίσω στον εαυτό σου». Όχι σ' αυτόν που θέλω να γίνεις, αλλά σ' αυτόν που είσαι.

Δεν ξέρω πόσοι από σας γνωρίζετε το βιβλιοπωλείο «Τα φώτα της πόλης» στο Σαν Φραντζίσκο. Είναι ένα καταπληκτικό μέρος κι αν βρεθείτε ποτέ κατά κει μην παραλείψετε να πάτε. Τρία ολόκληρα πατώματα με βιβλία τσέπης. Ποτέ δε θα'χετε φανταστεί ότι υπάρχουν τόσα βιβλία τσέπης στον κόσμο, έχει όμως και ένα τμήμα μοναδικό στο είδος του. Είναι ένα τμήμα που τυπώνει χειρόγραφα ανθρώπων σαν κι εσάς και σαν εμένα, άγνωστων ποιητών και συγγραφέων. Σ' ένα μέρος προσφέρουν ποίηση. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να τα φωτοτυπήσεις, να τα πιάσεις μ' ένα συρραπτικό και να τα τοποθετήσεις στο ράφι. Αν θέλεις, γράφεις στη γωνίτσα«πέντε σεντς, παρακαλώ» για το κόστος του χαρτιού. Ο κόσμος τότε τα αγοράζει και πραγματικά τα διαβάζει.

Μια μέρα περνούσα από κει και είδα ένα βιβλίο που ο τίτλος του πραγματικά με ξάφνιασε. Μόνο πεντακόσια αντίτυπα είχαν τυπωθεί απ' αυτό και θα σας εξηγήσω αργότερα πώς έγινε. Ο τίτλος του βιβλίου ήταν:Δεν είμαι ούτε ιεροσυλία ούτε προνόμιο. Μπορεί να μην
είμαι αποτελεσματικός ή εξαιρετικός, αλλά είμαι εδώ.Αυτός ο τίτλος τινάχτηκε από το ράφι και με χτύπησε στο πρόσωπο.Και σκέφτηκα: Για σένα το λέει! Άνοιξα το βιβλίο και διαπίστωσα ότι το είχε γράψει μια νεαρή κοπέλα που ονομαζόταν Μισέλ σκέτο. Είχε κάνει και τις ζωγραφιές εκτός από τα ποιήματα και το άνοιξα με το συνηθισμένο μου τρόπο πηδώντας τους προλόγους και τα παρόμοια και βουτώντας κατευθείαν στην καρδιά. Ένα ποίημα τράβηξε τη ματιά μου και το διάβασα! Να τι έλεγε:

Η ευτυχία μου είμαι εγώ, όχι εσύ.
Όχι μόνο γιατί εσύ μπορεί να είσαι περαστικός,
Αλλά κι επειδή εσύ θέλεις να είμαι αυτό που δεν είμαι.
Σκεφτείτε το αυτό από παιδαγωγική πλευρά.

Δεν μπορώ να είμαι ευτυχισμένη όταν αλλάζω
Μόνο και μόνο για να ικανοποιήσω τον εγωισμό σου.
Ούτε μπορώ να νιώσω ήρεμη όταν με κριτικάρεις που δε σκέφτομαι σαν εσένα
Ή που δε βλέπω όπως εσύ.
Με φωνάζεις επαναστάτρια.
Κι όμως κάθε φορά που απέρριψα τα πιστεύω σου
Εσύ επαναστάτησες ενάντια στα δικά μου.
Δεν προσπαθώ να διαμορφώσω το μυαλό σου.
Ξέρω πως είναι δύσκολο να είσαι απλά εσύ.
Και δεν μπορώ να σου επιτρέψω να μου υπαγορεύσεις τι θα είμαι—
γιατί βάζω όλη μου την προσοχή να είμαι εγώ.
Ακούστε τώρα κι αυτό:

Είπες πως είμαι διάφανη
Κι εύκολα με ξεχνούν.
Γιατί τότε προσπάθησες να χρησιμοποιήσεις τη ζωή μου
Για ν' αποδείξεις στον εαυτό σου ποιος είσαι;

Σκεφτείτε το αυτό σαν δάσκαλοι. Σκεφτείτε το σαν εραστές. Σαν πολίτες. Σκεφτείτε το σαν γονείς. Ταιριάζει σε όλους. «Είπες πως είμαι διάφανη κι εύκολα με ξεχνούν. Γιατί τότε προσπάθησες να χρησιμοποιήσεις τη ζωή μου για ν' αποδείξεις στον εαυτό σου ποιος είσαι;»
Μετά ξαναγύρισα στις πρώτες σελίδες για να βρω ποια ήταν αυτή η Μισέλ. Και βρήκα αυτές τις γραμμές στην εισαγωγή:
Μισέλ! Έμεινες μαζί μας τόσο λίγο πριν να διαλέξεις αυτή τη γεμάτη ομίχλη παραλία για να συνεχίσεις το δρόμο σου. Ήταν Ιούλιος 1967 και ήσουνα μόνον είκοσι χρονών.
Μας άφησε είκοσι πέντε ποιήματα. Το βρήκε πολύ δύσκολο να είναι«απλώς ο εαυτός
της».

Ελπίζουμε τα ποιήματα αυτά να έχουν τη μορφή που θα'θελες, Μισέλ. Είσαι κοντά μας, σ' αγαπάμε και σε χρειαζόμαστε και σου υποσχόμαστε πως θα σε θυμόμαστε ώσπου να συναντηθούμε ξανά... Σαν Φραντζίσκο, Ιούλιος 1969 .

Νομίζω ότι το δεύτερο κεντρικό χαρακτηριστικό ενός ανθρώπους που αγαπάει, είναι ότι απελευθερώνεται από τις ετικέτες. Ο άνθρωπος, ξέρετε, είναι ένα απίθανο πλάσμα, πραγματικά απίθανο. Κάνει θαυμάσια πράγματα. Έχει ένα θαυμάσιο δημιουργικό μυαλό. Δημιούργησε το χρόνο, αλλά ο χρόνος τον δυναστεύει. Πρέπει να κοιτάζω το ρολόι μου, γιατί κάποια στιγμή θα σερβίρουν καφέ και κάποια άλλη στιγμή θα πρέπει να έρθετε εδώ και κάποια άλλη στιγμή πρέπει να πάμε για φαγητό. Και η ώρα είναι δώδεκα κι εσείς δεν πεινάτε, αλλά τρώτε επειδή η ώρα είναι δώδεκα. Και βρισκόσαστε μέσα σε μια τάξη—υπάρχει τέτοιο πράγμα στα Δημοτικά και στα Γυμνάσια— και διασκεδάζετε πραγματικά με το μάθημα και κάτι καταπληκτικό συμβαίνει, όταν ξαφνικά χτυπάει το κουδούνι κι όλοι τρέχουν να φύγουν.«Είναι επτά η ώρα. Με συγχωρείς, πρέπει να φύγω τώρα». Αν μια μητέρα κλαίει και οδύρεται στο γραφείο σου, ενώ εσύ έχεις κάποιον άλλον που περιμένει απέξω, πρέπει να τη διακόψεις και να της πεις, «Με συγχωρείς, αλλά πρέπει να σταματήσεις την ιστορία σου στη μέση. Θα σε ξαναδώ αύριο στις 8.04».

Πολλές τάξεις μας οργανώνονται μ' αυτό τον τρόπο— μόρφωση με το ρολόι.9 με 9.05: Λέω και Μοιράζομαι. 9.05 έως 9.30: Ανάγνωση πρώτη ομάδα. Από τις 9.30 έως 9.45: Ανάγνωση δεύτερη ομάδα. Κι αν συμβαίνει η πρώτη ομάδα να έχει ενθουσιασθεί με κάτι, ο δάσκαλος λέει:«Ωχ, είναι 9.30. Ας έλθει η δεύτερη ομάδα». Κανείς δε μαθαίνει με το ρολόι. Κανείς δε μαθαίνει ξεκομμένα. Δεν υπάρχει χρόνος της αριθμητικής και χρόνος της ορθογραφίας. Όλα τα μαθαίνεις μαζί. Συνεχίζουμε όμως. Τώρα θα πρέπει να στρέψεις το μυαλό σου στην ορθογραφία και μετά να πας για Κίνηση. Ζήτω η Κίνηση! Κι όμως συνεχίζουμε αυτά τα πράγματα! Δημιουργούμε το χρόνο και γινόμαστε δούλοι του χρόνου.

Δημιουργούμε και τις λέξεις, τις λέξεις που θα'πρεπε, υποτίθεται, να μας ελευθερώνουν. Τις λέξεις που θα'πρεπε να μας βοηθούν στην επικοινωνία. Όμως οι λέξεις γίνονται κουτιά και φυλακές που μας παγιδεύουν. Ήταν καταπληκτικός ο Μπακμίνστερ Φούλερ όταν έλεγε:
«Είχα μπερδευτεί τόσο πολύ με τις λέξεις, όπως μου τις είχαν διδάξει οι άλλοι, που πήγα να μείνω σ' ένα γκέτο στο Σικάγο μακριά από την οικογένεια και τους φίλους μου για δύο χρόνια, για να καθαρίσω το μυαλό μου από τις λέξεις και για να βρω τις λέξεις που ήταν σωστές για μένα. Έτσι που, όταν της έλεγα, να καταλαβαίνω ότι είναι δικές μου κι όχι κάποιου άλλου».
Τι συγκλονιστική δήλωση!
Και τώρα λατρεύει τις λέξεις, εμείς όμως είμαστε παγιδευμένοι σ' αυτές.

Όταν ο Τίμοθυ Λήρυ έκανε μια συναρπαστική δουλειά στο Χάρβαρντ πάνω στην ψυχογλωσσολογία, έκανε μια παρατήρηση που δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Είπε,«Οι λέξεις είναι η κατάψυξη της πραγματικότητας». Διδάσκουμε στα παιδιά το νόημα των λέξεων πριν να είναι πραγματικά ικανά να τις καταλάβουν και να επαναστατήσουν.

Και μέσα από τις λέξεις διδάσκουμε το φόβο, διδάσκουμε την προκατάληψη, διδάσκουμε ένα σωρό πράγματα. Κι έτσι το μόνο που έχει να κάνει κανείς, χάρη σ' αυτή την αποστασιοποιητική ικανότητα των λέξεων, είναι να σε σκουντήσει με τον αγκώνα και να σου πει:«Πρόσεχέ τον αυτόν τον Μπουσκάλια, είναι γραμμένος στη λίστα: είναι κομμουνιστής». Πάει όλη η αξία μου!
Και ο,τιδήποτε λέω θα φιλτράρεται πια μέσα απ' αυτή τη λέξη: κομμουνισμός. Ένα Ανατολικό Πανεπιστήμιο έκανε μια έρευνα στις Ηνωμένες Πολιτείες γύρω από την έννοια της λέξης κομμουνισμός. Γύρισαν παντού, σταματούσαν τον κόσμο στο δρόμο και ρωτούσαν: «Μπορείτε να μου ορίσετε τον κομμουνισμό;» Μερικοί έπαθαν πανικό. Θα 'πρεπε να τη διαβάσετε αυτή τη μελέτη — θα πεθάνετε στα γέλια. Μια γυναίκα απάντησε:
«Να σας πω, δεν ξέρω τι σημαίνει, αλλά καλά θα ήταν να υπήρχε λίγος στην Ουάσιγκτον».

Αυτός είναι ένας πολύ καλός ορισμός του κομμουνισμού. Και οι περισσότεροι τέτοιας τάξης ήταν. Αν είσαι κομμουνιστής, σε διώχνουν από την πόλη. Ποτέ δεν ξέρεις τι σημαίνει. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και με τις λέξεις«μαύρος», «Τσικάνο» (Μεξικανός), «διαμαρτυρόμενος», «Καθολικός» ή «Εβραίος». Ξέροντας την ονομασία νομίζεις πως ξέρεις τα πάντα για το είδος.
Κανείς δε ρωτάει ποτέ:«Κλαίει αυτός; Αισθάνεται; Καταλαβαίνει;

Ελπίζει; Αγαπάει τα παιδιά του;»Λέξεις.

Εσύ όμως αν είσαι ένας άνθρωπος γεμάτος αγάπη, φρόντισε να κυβερνάς εσύ τις λέξεις αντί να σε κυβερνάνε αυτές. Φρόντισε να λες στον εαυτό σου τι σημαίνει μια λέξη μόνον όταν έχεις διαπιστώσει με την πείρα σου τι πραγματικά σημαίνει, κι όχι να πιστεύεις απλώς αυτό που σου είπαν οι άλλοι ότι σημαίνει.

Στα παιδικά μου χρόνια έζησα μια πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία. Γεννήθηκα στο Λος
Άντζελες από γονείς μετανάστες, Ιταλούς φυσικά, και ζούσαμε σ' αυτή την πόλη στην
περιοχή του γκέτο μαζί με τους άλλους Ιταλούς. Όλα ήταν συμπαθητικά και όμορφα. Όταν έγινα ενός χρόνου, οι γονείς μου αναγκάστηκαν να γυρίσουν στην Ιταλία και με πήραν μαζί τους. Γύρισαν στη μικρή τους πόλη που βρίσκεται στους πρόποδες των ελβετικών‐ιταλικών Άλπεων, μια μικρή πόλη που λέγεται Αόστα. Πολλά τρένα περνάνε από κει πηγαίνοντας για το Μιλάνο και το Τορίνο, αλλά δε σταματούν στην Αόστα. Μόνο ένα σταματάει στην Αόστα. Θυμάμαι ότι, σαν είμαστε παιδιά, πηγαίναμε στο σταθμό και κοιτάζαμε τα τρένα που περνούσαν σαν αστραπή. Όμως σ' αυτό το μικρό χωριό όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Το κρασί ήταν η κυριότερη παραγωγή τους κι έτσι όλοι ήταν μεθυσμένοι τον περισσότερο καιρό. Ήταν πολύ ωραία. Το πιο καταπληκτικό ήταν ότι όλοι ενδιαφέρονταν για όλους. Ένιωθαν κοντά. Αν αρρώσταινε η Μαρία, όλοι το μάθαιναν στο χωριό και της πήγαιναν κοτόπουλα και χυμό και κοίταζαν τα παιδιά της, γιατί ήταν μια κοινότητα ανθρώπων, μια κοινότητα ανθρωπιάς. Όταν έγινα πέντε χρονώ, οι γονείς μου αποφάσισαν να ξαναγυρίσουν στο Λος Άντζελες. Έτσι και έκαναν. Αυτό κι αν δεν ήταν πολιτιστικό σοκ! Βρέθηκα ξαφνικά πεταμένος σε μια πόλη, όπου κανείς δεν έδινε δεκάρα αν ζούσα ή αν πέθαινα. Ένα ενδιαφέρον πράγμα σχετικά με τις ετικέτες είναι ότι εκείνη την εποχή ήταν στις δόξες της η Μαφία και ο κάθε Ιταλός ήταν ύποπτος σαν μέλος της Μαφίας. Με φώναζαν«ντάγκο» και«γουόπ»*. Τα παιδιά, ας πούμε, μου έλεγαν: «Φύγε από δω, βρωμιάρη γουόπ». Θυμάμαι πως μια φορά πήγα στον πατέρα μου και τον ρώτησα:
«Μπαμπά, τι σημαίνει γουόπ; Τι σημαίνει ντάγκο;». Μου απάντησε: «Μη δίνεις σημασία, Φελίτσε. Μη στενοχωριέσαι με τέτοια πράγματα. Όλοι έχουμε ονόματα. Μπορεί να σε φωνάζουν με διάφορα ονόματα, μα αυτό δε σημαίνει τίποτε».

Εμένα όμως με πείραζε, γιατί τα ονόματα ήταν αποστασιοποιητικά φαινόμενα και γιατί οι άλλοι δεν έμαθαν τίποτε για μένα με το να με φωνάζουν«γουόπ» και«ντάγκο». Δεν ήξεραν, για παράδειγμα, ότι στην πατρίδα η μαμά ήταν τραγουδίστρια της όπερας και ο μπαμπάς γκαρσόνι. Είχαμε μια τεράστια οικογένεια ικανή να γεμίσει τους ρόλους μιας ολόκληρης όπερας. Η μαμά καθόταν στο πιάνο κι έπαιζε τις όπερες κι εμείς όλοι παίρναμε κάποιο ρόλο. Τραγουδούσαμε κι ήταν πολύ ωραία. Στα οχτώ μου χρόνια ήξερα κιόλας οχτώ όπερες. Μπορούσα να παίξω οποιοδήποτε ρόλο. Αυτό όμως δεν το ήξεραν αυτοί που με φώναζαν«ντάγκο» και«γουόπ».

Ούτε ήξεραν πως για τη μαμά το σκόρδο ήταν το γενικό γιατρικό για όλες τις αρρώστιες. Κάθε πρωί μας έβαζε στη σειρά, έδενε το σκόρδο σ' ένα μικρό μαντήλι και το τύλιγε γύρω από το λαιμό μας. Της λέγαμε εμείς: «Μην το κάνεις αυτό, μαμά». Εκείνη απαντούσε,«σκασμός». (Ήταν πολύ τρυφερή γυναίκα). Και μας έστελνε στο σχολείο μ' αυτό το σκόρδο γύρω από το λαιμό που μύριζε δυο μίλια μακριά. Θα σας πω όμως ένα μυστικό, δεν αρρώστησα ποτέ μου. Η εξήγησή μου γι' αυτό είναι ότι ποτέ δε βρέθηκα αρκετά κοντά σε κάποιον, ώστε να μου κολλήσει τα μικρόβιά του. Ήταν απίστευτο, γιατί θυμάμαι ότι στο τέλος του Δημοτικού πήρα ένα βραβείο επειδή δεν είχα κάνει ούτε μία απουσία. Τώρα βέβαια έχω γίνει πολύ αριστοκράτης και δε φοράω πια το σκόρδο και συναχώνομαι κάθε χρόνο. Όλα αυτά δεν τα ήξεραν εκείνοι που με φώναζαν«γουόπ» και«ντάγκο».

Δεν ήξεραν ακόμη πως ο μπαμπάς ήταν ένας μεγάλος πατριάρχης. Τις Κυριακές, όταν ήταν σπίτι, καθόμαστε όλοι γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι και δε μας άφηνε να σηκωθούμε, αν δεν του λέγαμε κάτι νέο που είχαμε μάθει εκείνη τη μέρα. Έτσι, πριν να πάμε να πλύνουμε τα χέρια μας, πήγαινα στις αδελφές μου και τις ρώταγα:«Τι μάθατε σήμερα;» «Τίποτε», έλεγαν εκείνες.«Τότε πάμε να μάθουμε κάτι!» έλεγα εγώ. Πηγαίναμε στην εγκυκλοπαίδεια, την ξεφυλλίζαμε και βρίσκαμε κάτι, όπως π.χ., ότι ο πληθυσμός του Νεπάλ είναι ένα εκατομμύριο και μετά καθόμαστε στο τραπέζι και το σκεφτόμαστε όση ώρα τρώγαμε. Θεέ μου, τι γεύματα ήταν αυτά! Η μαμά ποτέ στη ζωή της δεν άνοιξε κονσέρβα. Θυμάμαι τα φρέσκα φασολάκια τόσο ψηλά στην πιατέλα, που δεν έβλεπα την αδελφή μου απέναντι. Τρώγαμε, κι όταν τελειώναμε, ο μπαμπάς έσπρωχνε πίσω το πιάτο του, γύριζε σε μένα και ρώταγε:«Τι έμαθες σήμερα, Φελίτσε;» Κι εγώ του έλεγα:«Ο πληθυσμός του Νεπάλ είναι ένα...». Τίποτε δεν ήταν ασήμαντο γι' αυτό τον άνθρωπο! Γύριζε στη μητέρα μου και της έλεγε:«Μαμά, το ήξερες ότι...». Κι εμείς τους κοιτάζαμε και λέγαμε από μέσα μας:«Τα κορόιδα!» Και ρωτούσαμε τους φίλους μας:«Οι γονείς σου σε βάζουν να τους λες για το Νεπάλ;» Κι αυτοί μας απαντούσαν:«Οι γονείς μας δεν δίνουν δεκάρα για το τι ξέρω ή δεν ξέρω». Θα σας πω όμως κάτι. Ακόμα και σήμερα, όταν ο Φελίτσε πηγαίνει για ύπνο, ακόμα κι αν έχει δουλέψει είκοσι εννιά ώρες αυτή τη μέρα και είναι πτώμα, όταν χώνεται κάτω από τα σεντόνια, την καταπληκτική αυτή στιγμή λίγο πριν σε πάρει ο ύπνος, ρωτάει τον εαυτό του: «Φελίτσε, τι έμαθες σήμερα;» Και αν δεν μπορώ ν' απαντήσω σ' αυτό το ερώτημα πρέπει να σηκωθώ, να πάρω την εγκυκλοπαίδεια και να την ξεφυλλίσω ώσπου να βρω κάτι.

Ίσως αυτό είναι η πραγματική μόρφωση. Γιατί όχι; Αυτό όμως δεν το ξέρανε αυτοί που με φωνάζανε«ντάγκο» και«γουόπ». Αν θέλετε να με γνωρίσετε πρέπει να μπείτε μέσα στο μυαλό μου και αν θέλω να σας γνωρίσω δεν ωφελεί να λέω,«Είναι παχιά. Είναι αδύνατη. Είναι Εβραία. Είναι Καθολική». Είναι πολύ περισσότερο απ' όλα αυτά. Κι εμείς που ενδιαφερόμαστε για την Ειδική Εκπαίδευση, τις ξέρουμε πολύ καλά αυτές τις καταραμένες ετικέτες. Ονομάζουμε τα παιδιά πνευματικά καθυστερημένα. Τι μας λέει αυτή η ονομασία; Εγώ δεν είδα ποτέ κανένα καθυστερημένο παιδί. Έχω δει μόνο παιδιά, όλα διαφορετικά μεταξύ τους. Τα ονομάζουμε μαθητές και νομίζουμε ότι μπορούμε να σταθούμε μπροστά σε μια τάξη και να τα διδάξουμε όλα με τον ίδιο τρόπο.Ετικέτες. Ο άνθρωπος που είναι γεμάτος αγάπη απελευθερώνεται από τις ετικέτες. Λέει:«Όχι πια».

Πιστεύω ακόμα πως αυτός ο άνθρωπος απεχθάνεται τη σπατάλη και δεν ανέχεται την υποκρισία. Ο Ρόστεν λέει:«Οι αδύναμοι είναι σκληροί. Μόνο από τους δυνατούς μπορείς να περιμένεις καλοσύνη». Αυτό είναι αλήθεια. Στην εκπαίδευση χρειαζόμαστε δυνατούς ανθρώπους που να είναι πρόθυμοι να σηκωθούν και να πουν,«Αυτό είναι υποκρισία και δε δεχόμαστε να το ξανακάνουμε». Οι άνθρωποι που είναι πρόθυμοι να μπούνε στην πρώτη γραμμή και να πούνε,«Όχι, πρέπει ν' αλλάξουν τα πράγματα αλλιώς θα καταστραφούμε». Είναι σαν να περπατάς προς την καταστροφή. Διδάσκουμε για το σήμερα, αλλά βρισκόμαστε κιόλας στο αύριο. Δεν είναι περίεργο που συμμετέχουμε σε μια αυτοκαταστροφή.

Θέλω να σας πω μια μικρή ιστορία για την υποκρισία. Την εποχή που εκπαίδευα φοιτητές της Παιδαγωγικής, δούλευα με μια νεαρή γυναίκα που ήταν όχι μόνο δασκάλα, αλλά και ο πιο ωραίος άνθρωπος που γνώρισα. Είχε τέτοια λαχτάρα να διδάξει, που με το ζόρι άντεχε την αναμονή. Τελικά μια μέρα ονειρεμένη, που κανείς μας δεν την ξεχνάει ποτέ, απέχτησε τη δική της τάξη. Μπήκε στην πρώτη της τάξη του Δημοτικού και φυλλομέτρησε αυτό το ωραίο πράγμα που ονομάζεται Οδηγός Προγραμμάτων. Για μένα όλα τα βιβλία είναι ιερά, αλλά δε θα δίσταζα ούτε στιγμή να ανάψω μια τεράστια πυρά και να κάψω όλους τους Οδηγούς Προγραμμάτων. Πάντως η κοπέλα κοίταξε τον Οδηγό και διαπίστωσε ότι σ' αυτή την πρώτη τάξη στη σχολική περιφέρεια της Καλιφόρνιας (κι αυτό μόνο πριν από δυο χρόνια) διδάσκεις στα παιδιά το«κατάστημα». Το κα‐τά‐στη‐μα. Είπε μέσα της:«Δεν είναι δυνατόν. Δεν το πιστεύω. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι διδάσκουν το κατάστημα». Αυτά τα παιδιά μεγάλωσαν σε καταστήματα. Δυο και τριών χρόνων τα τσούλαγε η μαμά τους στα καροτσάκια του σούπερ μάρκετ. Σκόνταφταν πάνω σε κονσέρβες με σούπες Κάμπελ. Έκαναν ένα σωρό τρελά πράγματα στα σούπερ μάρκετ. Κάθε μέρα ήταν εκεί με τη μαμά τους. Και το σπουδαίο, θαυματουργό βιβλίο σε στέλνει στο σούπερ μάρκετ.

Είπε μέσα της,«Δεν είναι δυνατόν». Έλα όμως που ήταν γραμμένο ξεκάθαρα. Έλεγε πως έπρεπε να ετοιμάσεις ένα σωρό πράγματα. Έπρεπε να παίξεις το κατάστημα και να φτιάξεις μικρές πήλινες μπανάνες. Τα παιδιά αυτά έτρωγαν πραγματικές μπανάνες όλη τους τη ζωή, γλιστρούσαν πάνω σε μπανανόφλουδες, αδιάφορο όμως, εσύ έπρεπε να σπαταλήσεις έξι εβδομάδες φτιάχνοντας πήλινες μπανάνες. Τόση σπατάλη ανθρώπινου δυναμικού! Η κοπέλα όμως κάθησε κάτω κι επειδή ήταν καλή δασκάλα πήρε το μέρος των παιδιών και είπε:«Παιδιά». Σκέφτηκε μήπως κατάφερνε να κεντρίσει το ενδιαφέρον τους. Είπε λοιπόν:
«Πώς σας φαίνεται η ιδέα να μελετήσουμε το κατάστημα;» Και τα παιδιά είπαν: «Αηδία».

Ξέρετε, το ηθικό δίδαγμα απ' όλα αυτά είναι ότι τα μικρά παιδιά δεν είναι τώρα τόσο κοντά όσο ήμαστε εμείς. Ο Μακλιούαν απέδειξε ότι πριν να φτάσουν στο νηπιαγωγείο τα παιδιά έχουν δει, κατά μέσο όρο, πέντε χιλιάδες ώρες τηλεόραση. Έχουν δει ανθρώπους να πεθαίνουν σε τεχνικολόρ. Έχουν δει καταστροφές. Έχουν δει πολέμους και σφαγές. Και μετά απ' αυτό τα μαζεύουμε στην τάξη και προσπαθούμε να κεντρίσουμε τα ενδιαφέροντά τους και να τα κινητοποιήσουμε διαβάζοντας,«Ο Σποτ είπε, Ω! Ω!».

Η κοπέλα λοιπόν έκανε ένα πολύ ωραίο πράγμα. Είπε: «Εντάξει, παιδιά, τι θέλετε να κάνουμε;» Ένα παιδί της απάντησε:«Ο πατέρας μου δουλεύει για την Τζετ Προπάλστον και θα μπορούσε να μας φέρει ένα διαστημόπλοιο να το στήσουμε μέσα στην τάξη και να το βάλουμε μπρος και να πετάξουμε όλοι στο φεγγάρι». Τα παιδιά φώναξαν όλα μαζί:
«Θαύμα!» Η δασκάλα το σκέφτηκε λίγο και μετά είπε: «Εντάξει, πες στον μπαμπά σου να το φέρει». Την άλλη μέρα το παιδί έφερε μια μικρογραφία διαστημόπλοιου και την έστησε στην τάξη. Εξήγησε στα άλλα παιδιά τι ήταν αυτό, τι θα έκαναν, ποια μέρη το αποτελούσαν. Κι έγραψε το λεξιλόγιο στον πίνακα. Μιλάμε για το Δημοτικό! Υποτίθεται ότι τα διαστημόπλοια τα μελετάς μόνο στο Πανεπιστήμιο. Τι στην οργή θα'χουν να μελετήσουν στο Πανεπιστήμιο, αν μπορούν να τα μάθουν όλα αυτά στο Δημοτικό; Δεν είναι δυνατό να επιτρέψουμε τέτοιες πρωτοβουλίες! Είναι απαράδεχτο. Στείλ' τα πίσω στα σούπερ μάρκετ! Πρέπει να βλέπατε όμως τι έγινε σ' αυτή την τάξη. Τα παιδιά μάθαιναν μαθηματικές έννοιες που δε θα τις πιστεύατε. Ένα Σάββατο πήγαν βόλτα στην Τζετ Προπάλστον κι εκεί τους έδειξαν πραγματικά διαστημόπλοια. Μπήκαν μέσα. Το μυαλό τους είχε ανάψει.

Λυπάμαι τόσο πολύ τους επιθεωρητές που είναι υποχρεωμένοι οι δύστυχοι από τη θέση τους να υπερασπίσουν αυτό τον Οδηγό Προγραμμάτων. Θέλουν να κάνουν κάτι καλύτερο αλλά, να πώς έρχονται τα πράγματα, εσύ πρέπει να διδάξεις την ύλη κι αυτοί πρέπει να κουβαλάνε μαζί τους το βιβλίο και να το υπακούνε. Έτσι μια μέρα η επιθεωρήτρια μπήκε μέσα στην τάξη και κοίταξε γύρω της. Είδε ένα διαστημόπλοιο, κάτι περίεργα πράγματα στον τοίχο, ένα λεξιλόγιο που κι η ίδια δεν ήξερε ούτε το μισό του, διάφορους τύπους στους τοίχους κι ένα σωρό αλλόκοτα πράγματα που τα παιδιά τα καταλάβαιναν πολύ καλά και διασκεδάζανε αφάνταστα κάνοντάς τα. Ρώτησε λοιπόν την κ. Γ.: «Πού είναι το κατάστημά σας;» Η κ. Γ. απάντησε:«Ξέρετε, τα παιδιά ήθελαν να πετάξουνε στο φεγγάρι κι έτσι στήσαμε ένα...». Η επιθεωρήτρια της είπε:«Εν πάση περιπτώσει, κ. Γ., δε διαβάσατε τον Οδηγό Προγραμμάτων σας; Λέει καθαρά ότι το πρώτο μάθημα σ' αυτή τη σχολική περιφέρεια είναι το κατάστημα». Μετά χαμογέλασε πλατιά, γιατί ήταν μια πολύ γλυκιά κυρία, και είπε:«Θα φροντίσετε να το φτιάξετε το κατάστημα, έτσι δεν είναι, καλή μου;».
Έτσι λοιπόν η κ. Γ. είπε στα παιδιά:«Θέλετε να ξανάχετε την κ. Γ. του χρόνου;» «Ναι, ναι!» είπαν τα παιδιά.«Τότε πρέπει να φτιάξουμε ένα κατάστημα». Και ξέρετε τι θαύμα που ήταν τα παιδιά (πάντα είναι θαύμα, αν τους φέρεσαι σαν άνθρωπος). Είπαν, «Εντάξει. Ας το φτιάξουμε όμως γρήγορα». Κι έτσι έκαναν ένα μάθημα έξι εβδομάδων σε δυο μέρες. Έστησαν τις χαρτοκούτες κι έφτιαξαν πήλινες μπανάνες και μετά, υποκρισία στην υποκρισία, κάθε φορά που ερχόταν η επιθεωρήτρια πήγαιναν στο ταμείο κι έλεγαν:
«Θέλετε ν' αγοράσετε μερικές πήλινες μπανάνες;» Κι όταν εκείνη έφευγε ικανοποιημένη, ξαναγύριζαν στο ταξίδι τους για το φεγγάρι. Δεν είναι δυνατό ν' αφήσουμε αυτά τα πράγματα να συνεχίζουν. Κάποιος δάσκαλος πρέπει να σηκωθεί πάνω και να πει: «Δεν πρόκειται να πάω τα παιδιά σ' άλλο ένα μαγαζί. Αν θέλεις να τα πας, πήγαινέ τα εσύ».

Πιστεύω ακόμα πως ο άνθρωπος που είναι γεμάτος αγάπη, είναι αυθόρμητος. Το πράγμα που θα'θελα να δω πιο πολύ από καθετί στον κόσμο είναι να ξαναβρείτε τον αρχικό σας αυθορμητισμό, τον αυθορμητισμό του παιδιού που έλεγε αυτό που σκεφτόταν κι αυτό που αισθανόταν και προσαρμοζόταν εύκολα σ' αυτό που ένιωθαν και σκέφτονταν οι άλλοι. Να σας δω να ξανακοιτάξετε πάλι ο ένας τον άλλο. Μας κυβερνάει τόσο πολύ αυτό που μας λένε οι άλλοι ότι πρέπει να είμαστε, που έχουμε ξεχάσει ποιοι είμαστε.

Η Έμιλυ Ποστ μας λέει:«Μια νεαρή κυρία δεν ξεκαρδίζεται ποτέ, γελάει διακριτικά». Αν θες να γελάσεις και να κυλιστείς κάτω και να χτυπάς με τις γροθιές σου το χαλί, κάν' το, είναι καλό.«Δεν πρέπει να θυμώνεις: ο άνθρωπος δε θυμώνει».
Κράτησέ τα όλα μέσα σου και θα καταλήξεις στο ψυχιατρείο!
Αν δε νιώθεις καλά είναι πολύ καλύτερο να μπεις μέσα στην τάξη και, αντί να περάσεις ολόκληρη τη μέρα με το λαιμό σφιγμένο και τα μάτια έτοιμα να βγουν λέγοντας «Παιδιά, καθήστε κάτω», να πεις από την αρχή:«Κοιτάχτε, παιδιά, μην το παρακάνετε σήμερα γιατί δεν είμαι στα κέφια μου». Κάν' το και θα δεις ότι τα παιδιά θα το καταλάβουν και θα περπατάνε ήσυχα μέσα στην αίθουσα, γιατί τα παιδιά μπορούν να ταυτιστούν μ' ένα ανθρώπινο πλάσμα. Κι αν κάποιος κάνει ένα θόρυβο, ο διπλανός του θα τον σκουντήσει και θα του πει:«Σταμάτα. Ο δάσκαλος έχει τις μαύρες του». Πρέπει όμως ο δάσκαλος να αποκαλύψει την ανθρώπινη υπόστασή του. Αν σου'ρχεται να γελάσεις με το αστείο ενός παιδιού, γέλασε ελεύθερα. Μ' αφήνει πάντα κατάπληκτο όταν βρίσκομαι σε σχολεία όπου οι δάσκαλοι πεθαίνουν στα γέλια για κάτι που έχει πει ο Τζόνυ, μόνο όμως στην αίθουσα των δασκάλων. Τον Τζόνυ δεν τον άφησαν να τους δει να γελάνε. Θα του έλεγαν:«Σταμάτα τώρα, Τζόνυ!». Γιατί δεν γελάνε μπροστά στο Τζόνυ; Αφού είναι αστείο.
«Τζόνυ, μην κάνεις τον καραγκιόζη. Κάτσε κάτω και σώπα». Γιατί δεν φέρεσαι φυσικά; Αυθόρμητα; Είμαστε υποχρεωμένοι τελικά να ζητάμε άδεια για τα πάντα, γιατί δεν έχουμε πια εμπιστοσύνη στα αισθήματα μας.

Διασκεδάζω πάντα όταν μιλάω σε τυπικούς ανθρώπους. Ξέρω τι θα συμβεί πριν ακόμη αρχίσω. Έχω μανία να αγγίζω τους ανθρώπους. Πιστεύω στον αυθορμητισμό. Όταν αγγίζεις κάποιον, ξέρεις ότι υπάρχει. Οι υπαρξιστές έφτασαν στο ζενίθ αυτής της έννοιας όταν έλεγαν,«Για να γίνεις ο εαυτός σου πρέπει να σκοτώσεις κάποιον ή να σκοτωθείς, γιατί έτσι ξέρεις ότι υπήρξες». Αν μπορείς να πηδήσεις από ένα κτίριο, τότε έχεις ζήσει. Γιατί είμαστε τόσο αλλοτριωμένοι, που κανείς δε μας κοιτάζει, κανείς δε μας αγγίζει, κανείς δε μας ξεχωρίζει από τον περίγυρο. Είμαστε οι αόρατοι άνθρωποι. Δε χρειάζεται βέβαια να φτάσεις στα άκρα. Απλώς άγγιξε κάποιον. Είναι ωραίο. Ξέρετε, στην Ευρώπη όλοι αγκαλιάζονται και φιλιούνται. Στο σπίτι μου τα Χριστούγεννα και όλες τις γιορτές περνάνε όλοι και όλοι φιλιούνται. Είναι το πρώτο πράγμα που κάνουν όλοι, από τα μωρά ως τους παππούδες. Ανταλλάσσουμε τα μικρόβιά μας κι αυτό είναι θαυμάσιο. Η Έμιλυ όμως μας έχει πει ότι μια κυρία απλώς δίνει το χέρι της σ' έναν κύριο, αν είναι απαραίτητο.
Αποστασιοποιητικά φαινόμενα!

Αν θέλετε να δείτε πόσο έχουμε αποξενωθεί, κοιτάξτε την ώρα που ανοίγει η πόρτα του ασανσέρ. Κάθονται όλοι με τα χέρια στα πλάγια κοιτάζοντας ίσια μπροστά σαν ζόμπι.«Μην τολμήσεις να κουνήσεις το χέρι σου, γιατί μπορεί ν' αγγίξεις κάποιον!» Θεός φυλάξοι! Έτσι στεκόμαστε όλοι προσοχή και η πόρτα ανοίγει και κάποιος βγαίνει και κάποιος άλλος μπαίνει μέσα κι αμέσως κάνει μεταβολή και κοιτάζει μπροστά. Ποιος σας είπε πως πρέπει να κοιτάζετε μπροστά; Ξέρετε, εμένα μ' αρέσει να μπαίνω μέσα στο ασανσέρ και να γυρίζω με την πλάτη στην πόρτα! Και κοιτάζω τους άλλους:«Γεια σας! Δε θα'ταν θαυμάσιο αν κοβόταν το ρεύμα και μέναμε εδώ να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλο;» Και τότε συμβαίνει κάτι απίστευτο. Ανοίγει η πόρτα στον επόμενο όροφο και βγαίνουν όλοι!«Είναι ένας τρελός μέσα στο ασανσέρ. Θέλει να μας γνωρίσει!»

Ας ξαναγίνουμε πάλι άνθρωποι κι ας μάθουμε πάλι να αγαπάμε την ανθρώπινη υπόσταση. Όταν ξαναρχίσουμε πάλι να ξαναλέμε είμαι άνθρωπος και είσαι άνθρωπος, μπορούμε να κάνουμε τρελά πράγματα. Είμαστε ωραίοι όμως. Είμαστε τα πιο ωραία πλάσματα της γης. Είναι καλό να είσαι άνθρωπος. Όταν πηγαίνω σε επίσημες συναντήσεις, υπάρχει πάντα η κ. τάδε που με υποδέχεται στην πόρτα. Και μου λέει: «Ω, ο δόκτωρ Μπουσκάλια. Χαίρω πολύ». Αυτός είναι ο χαιρετισμός μας, με τα χέρια κρεμασμένα στα πλάγια. Τότε εγώ απλώνω το χέρι μου. Κι αυτή λέει μέσα της:«Τι κάνει τώρα;» Απλώνω το χέρι μου και πιάνω το δικό της και βάζω πάνω του το δικό μου κι αυτή γεμάτη αμηχανία με οδηγεί στο λίβιγκ ρουμ, όπου είναι καθισμένες σε ημικύκλιο όλες οι υπόλοιπες κυρίες. Όλες ανεξαιρέτως στη στάση υπ. αρ.1— το ένα γόνατο πάνω στο άλλο, χέρια δεμένα φρόνιμα στην ποδιά και χαμόγελο στο πρόσωπο. Έτσι μαθαίνουν, βλέπετε. Βέβαια θα ήταν πολύ πιο άνετα αν ξάπλωναν χάμω και ακουμπούσαν στον αγκώνα τους. Ποτέ όμως δεν είδα κάτι τέτοιο. Θα πάθαινα συγκοπή αν το'βλεπα. Στάση υπ. αρ. 1.Όλες.

Τι έχουμε πάθει, πού έχει πάει ο αυθορμητισμός μας; Νιώθεις ευτυχισμένος, λες στους άλλους πως είσαι ευτυχισμένος. Μπαίνεις μέσα στην τάξη και λες, «Νιώθω τόσο χαρούμενος σήμερα, που θα διασκεδάσουμε τρελά όλη τη μέρα». Γιατί να μην τους το πεις; Γέλα! Κλάψε! Άλλη ιστορία κι αυτή: οι άντρες δεν κλαίνε.Ποιος το είπε αυτό; Εγώ κλαίω με το παραμικρό. Οι φοιτητές μου ξέρουν ότι διαβάζω τις εργασίες τους γιατί, όταν συναντάω κάτι που με συγκινεί, βρίσκουν σημάδια από δάκρυα. Ταυτίζομαι πολύ με τον Δον Κιχώτη της Μάντσας. Αυτός ο καταπληκτικός τύπος έκανε πόλεμο με ανεμόμυλους. Βέβαια δεν είναι δυνατό να νικήσεις τους ανεμόμυλους, αυτός όμως δεν το ήξερε. Ριχνόταν πάνω στον ανεμόμυλο κι αυτός τον κοπάναγε στο κεφάλι. Αυτός όμως ξανασηκωνόταν και ριχνόταν πάλι στον ανεμόμυλο, που τον κοπάναγε στο κεφάλι. Η αίσθηση που είχα όταν τέλειωσα το βιβλίο είναι ότι ο άνθρωπος αυτός μπορεί να είχε ένα κεφάλι όλο σπασίματα, αλλά έζησε μια θαυμάσια ζωή. Ήξερε πως ήταν ζωντανός.«Ω, Θεέ μου, να φτάσει κανείς στο σημείο του θανάτου μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσει πως δεν έχει ζήσει καθόλου». Δεν έγιναν έτσι τα πράγματα με τον Δον Κιχώτη. Αυτός ήξερε! Κι όταν ανέβασαν αυτό το θαυμάσιο μιούζικαλ«Ο άνθρωπος από τη Μάντσα», στο τέλος που πέθαινε, όλοι όσοι τον αγαπούσαν τον είχαν περιτριγυρίσει και έκλαιγαν για το θάνατό του. Αυτός δεν έκλαιγε που πέθαινε, γιατί είχε ζήσει. Τελικά σηκώθηκε και από το πίσω μέρος της σκηνής εμφανίστηκε μια μεγάλη σκάλα με μια ακτίνα φωτός που έπεφτε κατευθείαν πάνω της. Ο Δον Κιχώτης μάζεψε τη λόγχη του, κοίταξε όλους όσους αγαπούσε και χαμογελώντας προχώρησε προς το φως. Και η ορχήστρα μαζί με τη χορωδία έπαιζαν το«Άπιαστο όνειρο». Καθόμουνα και παρακολουθούσα στο ακροατήριο και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου. Και μια γυναίκα που καθόταν δίπλα μου σκούντησε τον άντρα της και είπε:«Κοίτα, αγάπη μου. Αυτός ο άντρας κλαίει!» Κι εγώ σκέφτηκα μέσα μου:«Ηλίθια... τώρα θα σου δείξω κάτι, να'χεις να λες στις φίλες σου όταν θα γυρίσεις σπίτι σου». Έβγαλα λοιπόν το μαντήλι μου κι άρχισα να κλαίω γοερά. Κόντεψε να πάθει αποπληξία! Μπορεί να ξεχάσει τον Δον Κιχώτη, εμένα όμως δε θα με ξεχάσει ποτέ!

Νομίζω πως ο άνθρωπος που είναι γεμάτος αγάπη, πρέπει να επιστρέψει στον αυθορμητισμό— ν' αρχίσει ξανά ν' αγγίζει τους άλλους, να τους αγκαλιάζει, να τους χαμογελάει, να τους σκέφτεται και να τους νοιάζεται. Ξέρετε, οποιοσδήποτε απ' το ακροατήριο έχει κέφι να έρθει και να με αγκαλιάσει, μπορεί να το κάνει ελεύθερα, δε θα γίνω στάχτη. Μπορώ να στέκομαι εδώ όλη μέρα αν αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να επιστρέψουμε στον εαυτό μας, να μας φέρει και πάλι κοντά. Το αγκάλιασμα είναι ωραίο, σε κάνει να νιώθεις θαυμάσια κι αν δεν το πιστεύεις, δοκίμασέ το.

Άλλο ένα τελευταίο πράγμα που θέλω να πω, είναι ότι το άτομο που είναι γεμάτο αγάπη δεν έχει ξεχάσει τις ανάγκες του. Σας φαίνεται περίεργο αυτό. Όλοι όμως έχουμε ανάγκες. Σωματικά δε χρειαζόμαστε πολλά πράγματα ακόμη κι αν πιστεύουμε ότι χρειαζόμαστε, αλλά σπαταλάμε όλο μας το χρόνο ικανοποιώντας τις υλικές μας ανάγκες και τις ανάγκες των παιδιών μας. Τρώμε καλά και συνήθως ζούμε σε όμορφα σπίτια. Αν νιώσουμε άσχημα, πηγαίνουμε στο γιατρό. Όμως οι πιο σημαντικές ανάγκες απ' όλες είναι αυτό που νιώθουμε σαν ανάγκη από μέσα— την ανάγκη να μας βλέπουν, να μας γνωρίζουν, την ανάγκη για αναγνώριση και καταξίωση, την ανάγκη να απολαμβάνουμε τον κόσμο, να βλέπουμε τα ατέλειωτα θαύματα της ζωής, να βλέπουμε πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να είσαι ζωντανός. Έχουμε ξεχάσει όμως πώς να βλέπουμε ο ένας τον άλλο. Δεν κοιτάζουμε πια ο ένας τον άλλο, δεν ακούμε πια ο ένας τον άλλο, δεν αγγιζόμαστε, ούτε τα παιδιά μας δεν αγγίζουμε. Στον πολιτισμό μας όταν ένα παιδί είναι τριών χρονώ, το κατεβάζουμε από την αγκαλιά μας και του λέμε:«Τι αηδίες είναι αυτές; Δεν πρέπει να κάνεις τέτοια πράγματα με τον πατέρα σου. Κατέβα από την αγκαλιά μου, δεν ντρέπεσαι τριών χρονώ παιδί να θέλεις να φιλάς τον πατέρα σου; Πρέπει να γίνεις άντρας. Οι άντρες δε φιλιούνται μεταξύ τους». Μπορεί να μην το ξέρετε, αλλά στο Λος Άντζελες υπάρχει ένας κανονισμός της πόλης που το θεωρεί πλημμέλημα όταν δυο άντρες αγκαλιάζονται. Πώς σας φαίνεται, αυτό; Έτσι, για να δείτε πού έχουμε φτάσει. Μια απ' αυτές τις μέρες θα διαβάσετε στις εφημερίδες ότι πήγα φυλακή γιατί αγκάλιασα κάποιον. Συνήθως αγκαλιάζω τον πρύτανή μας. Παθαίνει μεγάλη ταραχή. Κανείς δεν τον πλησιάζει από κοντά, το γραφείο του είναι δυο μίλια μακρύ. Εγώ τον συναντάω στο ασανσέρ και του λέω,«Γεια σου, πρύτανη» και τον αγκαλιάζω.

Είναι ευνόητο το γιατί απ' αυτή τη γενιά, απ' αυτή την εποχή, ξεπήδησε μια φιλοσοφία σαν τον πρώιμο υπαρξισμό— τέτοια είναι η αποξένωσή μας. Είμαι άραγε πραγματικός; Υπάρχω; Αφού κανείς δε με κοιτάζει. Κανείς δε με αγγίξει. Μιλάω στους άλλους και δε με ακούνε. Κοιτάζουν πάνω απ' τον ώμο μου να δουν ποιος άλλος είναι εδώ. Κανείς πια δεν κοιτάζει τα μάτια μου. Είμαι μόνος και πεθαίνω από μοναξιά. Όπως είπε και ο Σβάιτσερ, «Είμαστε τόσο σφιγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο κι όμως πεθαίνουμε από μοναξιά»

Εδώ και πολλά χρόνια ο Θόρντον Γουάιλντερ έγραψε ένα όμορφο έργο που ονομάζεται Η πόλη μας. Σ' αυτό το έργο είπε ένα απίστευτο πράγμα. Θυμόσαστε τη σκηνή που πεθαίνει η μικρή Έμιλυ; Κατεβαίνει στον τάφο της και της λένε:«Έμιλυ, μπορείς να γυρίσεις πίσω στη ζωή για μια μέρα. Ποια μέρα θα'θελες;». Κι αυτή λέει:«Ω, θυμάμαι πόσο ευτυχισμένη ήμουν την ημέρα που έκλεισα τα δώδεκα. Θα'θελα να ξαναγυρίσω την ημέρα των γενεθλίων μου». Και όλοι οι άλλοι νεκροί της λένε:«Μην το κάνεις αυτό, Έμιλυ. Μην το κάνεις». Εκείνη όμως επιμένει. Θέλει να ξαναδεί τον μπαμπά της και τη μαμά της. Έτσι το σκηνικό αλλάζει και νάτη τώρα δώδεκα χρονώ, έχει γυρίσει πίσω σ' αυτή την υπέροχη μέρα που θυμάται. Κατεβαίνει τη σκάλα μ' ένα ωραίο φορεματάκι και τις μπούκλες της να χοροπηδούν γύρω από το πρόσωπό της. Η μητέρα της όμως είναι τόσο απορροφημένη με το γλυκό που της φτιάχνει για τα γενέθλιά της, που δεν έχει καιρό να την κοιτάξει. Η Έμιλυ της λέει:«Κοίταξέ με, μαμά. Είμαι το κορίτσι των γενεθλίων». Και η μαμά της της απαντάει:«Εντάξει, κορίτσι των γενεθλίων. Κάτσε τώρα να φας το πρωινό σου». Η Έμιλυ στέκεται και λέει:«Κοίταξέ με, μαμά». Η μαμά της όμως δεν την κοιτάζει. Μπαίνει ο μπαμπάς της, αλλά είναι τόσο απασχολημένος να βγάλει λεφτά για κείνη, που δεν την έχει κοιτάξει ποτέ, ούτε κι ο αδελφός της που είναι απορροφημένος με τα δικά του και δεν έχει καιρό γι' αυτήν. Η σκηνή τελειώνει με την Έμιλυ, που στέκεται στη μέση του δωματίου λέγοντας:«Κοιτάξτε με, σας παρακαλώ, κοιτάξτε με. Δε χρειάζομαι ούτε το γλυκό, ούτε τα λεφτά. Μόνο να με κοιτάξετε». Και κανείς δεν την κοιτάζει∙ κι όταν το βλέπει η Έμιλυ γυρίζει ακόμη μια φορά στη μητέρα της και λέει,«Σε παρακαλώ, μαμά» και μετά γυρίζει και λέει:«Πάρτε με πίσω. Είχα ξεχάσει τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Κανείς δεν κοιτάζει κανένα. Κανείς δεν ενδιαφέρεται πια, έτσι δεν είναι;»

Εδώ έχουμε φτάσει! Τα παιδιά μας μεγαλώνουν τόσο γρήγορα, που δεν τα βλέπουμε. Σηκώνεις ξαφνικά τα μάτια και βλέπεις έναν έφηβο ή κάποιον σε ηλικία γάμου. Έχεις χάσει τη χαρά να κοιτάζεις τα πρόσωπά τους, γιατί τρέχεις όλη τη μέρα να τους εξασφαλίσεις διάφορα πράγματα κι έχεις χάσει τη χαρά. Ο πολιτισμός μας στηρίζεται στο κυνήγι των στόχων. Θα σας πω μια αλήθεια— ζωή δεν είναι ο στόχος, αλλά το ταξίδι. Ζωή είναι το ταξίδι, η διαδικασία, το να πας μέχρι εκεί. Ωραία, έφτασες εκεί και τι βρήκες; Ανθρώπους που σε ζηλεύουν. Έχεις μια Κάντιλακ. Η Κάντιλακ είναι λίγο κρύος σύντροφος για το κρεβάτι σου... Οι πόρτες και το τιμόνι εμποδίζουν. Έχουμε ξεχάσει όμως τι σημαίνει να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο, να αγγίζουμε ο ένας τον άλλο, να συνδεόμαστε, να νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλο. Δεν είναι περίεργο που πεθαίνουμε όλοι από μοναξιά.

Πάντα χρησιμοποιώ αυτή την ωραία επινόηση για το χρόνο, το «Λέω και Μοιράζομαι», που θα μπορούσε να είναι ένας από τους ωραιότερους τρόπους να βλέπεις τα παιδιά στην τάξη σου. Γίνεται όμως με τόσο στραβό τρόπο. Η δασκάλα κάνει το καθήκον της, γιατί ο διευθυντής καθορίζει ότι στις 9.15 πρέπει να γίνει το«Λέω και Μοιράζομαι». Η μικρή Σάλυ μπαίνει με μία πέτρα και λέει: «Όπως ερχόμουνα στο σχολείο, βρήκα μια πέτρα». Η δασκάλα λέει: «Πολύ καλά. Βάλ' την στο τραπέζι της Φυσικής». Θα μπορούσε όμως να πάρει την πέτρα, να την κοιτάξει και να πει:«Τι είναι μια πέτρα; Από πού προέρχεται η πέτρα, Σάλυ; Ποιος την έκανε την πέτρα;» Θα μπορούσαμε να σταματήσουμε τα πάντα γι' αυτή τη μέρα και όλα τα πράγματα θα γυρνούσαν γύρω από την πέτρα γιατί, όλα τα πράγματα που υπάρχουν, υπάρχουν μέσα σε όλα τα πράγματα. Δε χρειάζεται να κατασκευάσει κανείς τεχνητές ανοησίες. Όλα εδώ βρίσκονται, όχι έξω. Όλα εδώ. Όλα όσα χρειάζεται να γνωρίζει κανείς περιέχονται σ' ένα δέντρο. Όλα όσα χρειάζεται να γνωρίζει κανείς βρίσκονται σ' ένα ανθρώπινο πλάσμα. Τα μικρά παιδιά σηκώνονται στον πίνακα και λένε: «Χτες ο μπαμπάς μου χτύπησε τη μαμά μου μ' ένα σφυρί και φώναξαν το ασθενοφόρο και την πήρε και τώρα είναι στο νοσοκομείο». Και η δασκάλα λέει:«Εντάξει, ο επόμενος». Είναι καιρός να δούμε πραγματικά τα παιδιά, και ξέρετε τι εύκολο που είναι; Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι τα τα κοιτάξετε και να πείτε«ναι» ή «Τι ωραίο φόρεμα». Η μικρή Σάλυ θα το φοράει όλη τη χρονιά αυτό το φόρεμα μόνο και μόνο επειδή το είδατε.

Ο Έλις Πέιτζ έκανε μια θαυμάσια μελέτη πάνω στο συναίσθημα παίρνοντας την τάξη του και χωρίζοντάς την σε τρεις ομάδες Α, Β και Γ. Σε κάθε εργασία της ομάδας Α έβαζε απλώς ένα βαθμό. Θυμόσαστε την εποχή που γράφατε αυτές τις θαυμάσιες εργασίες, που έκλειναν μέσα τους ένα κομμάτι του εαυτού σας και μετά τις παίρνατε πίσω μ' ένα απλό Α, ένα Β ή Γ ή Δ. Που δε σήμαιναν τίποτε; Κοιτάζατε προσεχτικά μήπως βρείτε κανένα λεκέ από σπαγγέτι ή ίσως λίγο χυμένο καφέ που να σας βεβαιώνει ότι ο τύπος την είχε διαβάσει. Στην ομάδα Β έβαζε ένα βαθμό και ένα χαρακτηρισμό όπως καλό, θαυμάσιο, εξαιρετικό, καλή δουλειά. Με την ομάδα Γ καθόταν και έγραφε στον καθένα ένα γράμμα που έλεγε:
«Αγαπητέ Τζόνυ: η σύνταξή σου είναι φριχτή. Η γραμματική σου είναι απίστευτη.Η
ορθογραφία σου ανύπαρκτη και η στίξη σου είναι σαν του Τζέημς Τζόυς. Ξέρεις όμως, εκεί που καθόμουνα χτες το βράδυ στο κρεβάτι και μιλούσα με τη γυναίκα μου, της είπα: Σάλυ, μέσα σ' αυτή την εργασία υπάρχουν πολύ όμορφες ιδέες. Και θα προσπαθήσω πραγματικά να τον βοηθήσω. Ειλικρινά δικός σου. Ο Δάσκαλός σου». Και αν κάποιος έκανε μια πραγματικά ωραία δουλειά, του έγραφε: «Σ' ευχαριστώ. Συνεχίζεις πάντα να μ' ενθουσιάζεις. Είναι μια θαυμάσια εργασία με πάρα πολλές καλές ιδέες. Συνέχισε. Πεθαίνω από ανυπομονησία να δω τι θα γράψεις την επόμενη φορά». Μετά απ' αυτό έκανε μια στατιστική έρευνα. Η ομάδα Α παρέμεινε η ίδια. Η ομάδα Β ήταν στάσιμη, ενώ η ομάδα Γ βελτιώθηκε και πρόκοψε.

Κοιτάξτε τη μελέτη Ο Πυγμαλίωνας στην τάξη. Άλλο ένα φτηνό βιβλίο. Κάθε παιδαγωγός θα 'πρεπε να το διαβάσει. Ας μιλήσουμε για προσδοκίες! Αυτοί οι κύριοι από το Χάρβαρντ ήρθαν στα σχολεία και είπαν σ' όλους τους δασκάλους σαν κι εσάς:«Τώρα θα μπούμε στην τάξη σας και θα δώσουμε στα παιδιά (δεν είναι η ακριβής διατύπωση αυτή, αλλά η ουσία της ιστορίας), θα τους δώσουμε ένα τεστ που λέγεται Τεστ Διανοητικής Προόδου του Χάρβαρντ. Και τι μετράει αυτό το τεστ; Ποια παιδιά από την τάξη σας θα παρουσιάσουν διανοητική ανάπτυξη στο διάστημα της χρονιάς. Το τεστ αυτό θα τα ξεχωρίσει. Δεν κάνει λάθος ποτέ. Θα σας πούμε ποια είναι και σκεφτείτε τι χρήσιμο που θα σας φανεί». Μπήκαν λοιπόν μέσα κι έδωσαν στα παιδιά κάποιο παλιό και ξεπερασμένο τεστ νοημοσύνης. Αφού τέλειωσαν, το πέταξαν στο σκουπιδοτενεκέ. Μετά διάλεξαν στην τύχη πέντε ονόματα από τον κατάλογο και κάθησαν να μιλήσουν με τους δασκάλους. Είπαν λοιπόν:«Αυτά είναι τα παιδιά που θα απογειωθούν διανοητικά αυτό το εξάμηνο: η Χουανίτα Ροντρίγκεζ». «Η Χουανίτα Ροντρίγκεζ δε θα μπορούσε να απογειωθεί ούτε με πύραυλο», είπε ο δάσκαλός της.«Ό,τι κι αν λέτε, το τεστ Διανοητικής Προόδου του Χάρβαρτν δεν κάνει ποτέ λάθος», είπαν οι μεγάλες κεφαλές. Και τι νομίζετε ότι έγινε; Όλα τα ονόματα που είχαν βάλει σ' αυτή τη λίστα ανέβηκαν στα ύψη. Πράγμα που αποδεικνύει ότι λαβαίνεις τελικά αυτό που περιμένεις. Μπαίνεις μέσα στην τάξη και λες, «Τι ηλίθια παιδιά. Δε θα μάθουν ποτέ τίποτε». Μπαίνεις και λες,«Αυτά τα παιδιά θέλουν να μάθουν και θα μάθουν. Είναι δική μου δουλειά να τα φέρω κοντά σ' αυτή την έδρα και να τους δείξω πόσο καταπληκτική είναι». Όλοι έχουμε ανάγκη την πραγμάτωση και την αναγνώριση. Θέλουμε να είμαστε ικανοί να κάνουμε κάτι και το πιο σπουδαίο πράγμα είναι η χαρά μέσα στη δουλειά.

Είναι πολύ άσχημο όταν πηγαίνεις στη δουλειά σου και δεν την αγαπάς, ιδιαίτερα στο δικό μας επάγγελμα. Αν κάθε πρωί δε σ' ενθουσιάζει η ιδέα ότι θα μπεις μέσα σ' αυτό το δωμάτιο μ' όλα αυτά τα μικρά παιδιά που θα σε κοιτάζουν με τα λαμπερά τους μάτια και θα περιμένουν να τα βοηθήσεις να φτάσουν κοντά σ' αυτή την έδρα,τότε μην ξαναπατήσεις στο σχολείο.Κάνε κάτι άλλο που δε θα σε φέρνει σε επαφή με μικρά παιδιά και δε θα σε αφήνει να τα σκοτώνεις σε τόσο τρυφερή ηλικία. Υπάρχουν ένα σωρό πράγματα να κάνεις... αλλά τα παιδιά άφησέ τα ήσυχα. Όλοι θέλουμε να μας αναγνωρίζουν γι' αυτό που κάνουμε, για τη δουλειά μας. Κάπου‐κάπου χρειαζόμαστε κάποιον να'ρχεται κοντά και να μας λέει:
«Μπράβο, παιδί μου. Ωραία τα κατάφερες. Ήταν πολύ καλό αυτό», Και μην ξεχνάς ότι όσο το έχεις ανάγκη εσύ, άλλο τόσο το χρειάζονται και τα παιδιά σου. Δε νομίζεις πως είναι ώρα να παρατήσεις αυτή την ανοησία με τα είκοσι εφτά λάθη; Λάθος. Λάθος. Λάθος. Λάθος. Λάθος. Για σκέψου να παίρνεις πίσω εργασίες γεμάτες με λάθη. Γιατί να μην αρχίσεις να σημειώνεις τα σωστά!«Έχεις δυο σωστά, Τζόνυ. Μπράβο σου!» Γιατί να μην τους δώσεις να καταλάβουν ότι μπορούν να κάνουν κάτι καλά και να ξεκινήσουν από κει αντί να λογαριάζουν πάντα τα λάθη; Είναι εξίσου εύκολο να υπογραμμίζεις τα σωστά όσο και τα λάθη. Μάλιστα στην πρώτη περίπτωση κουράζεται λιγότερο το χέρι σου.

Ένα άλλο πράγμα που χρειαζόμαστε όλοι είναι η ελευθερία. Ο Θορώ λέει ότι:«Τα πουλιά δεν τραγουδούν ποτέ μέσα σε σπηλιές». Ούτε κι εμείς. Για να μπορέσουμε να μάθουμε, πρέπει να είμαστε ελεύθεροι. Πρέπει να είμαστε ελεύθεροι να δοκιμάζουμε, να πειραματιζόμαστε, να κάνουμε λάθη. Έτσι μαθαίνει κανείς. Καταλαβαίνω τα λάθη σου και κερδίζω από τα δικά μου. Το μυστικό είναι να μην κάνεις δυο φορές το ίδιο λάθος. Έχω όμως ανάγκη να είμαι ελεύθερος να πειραματίζομαι και να δοκιμάζω. Δώσε μου αυτή την ευκαιρία. Δώσε μου την ευκαιρία να ζήσω και να είμαι ο εαυτός μου και να βρω τη χαρά στην ανάγκη. Μη μου κολλάς τα ελαττώματά σου! Άσε με να βρω και να ξεπεράσω τα δικά μου!

Θα'θελα να κλείσω με μια παράγραφο του Λέο Ρόστεν, που με το δικό του χαρακτηριστικό τρόπο τα λέει όλα:

Μ' ένα τρόπο όμως περιορισμένο και μυστικό, όλοι μας είμαστε λίγο τρελοί... Όλοι μας είμαστε μοναχικοί στο βάθος και ζητάμε να μας καταλάβουν· ποτέ όμως δεν μπορούμε να καταλάβουμε απόλυτα τον άλλο και ο καθένας μας μένει κατά ένα μέρος ξένος ακόμη κι απέναντι σ' αυτούς που τον αγαπούν... Οι αδύναμοι είναι σκληροί· μόνο οι δυνατοί μπορούν να είναι καλοί... Αυτοί που δε γνωρίζουν το φόβο δεν είναι πραγματικά θαρραλέοι, γιατί θάρρος είναι η ικανότητα να αντιμετωπίσεις αυτό που μπορείς να φανταστείς... Θα καταλάβεις καλύτερα τους ανθρώπους αν τους δεις σαν παιδιά, ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλοι και επιβλητικοί μπορεί να είναι. Γιατί οι περισσότεροι από μας δεν ωριμάζουμε ποτέ, απλώς ψηλώνουμε... Η ευτυχία έρχεται μόνο όταν σπρώχνουμε το μυαλό και την καρδιά μας όσο πιο μακριά μπορούν να φτάσουν... Ο σκοπός της ζωής είναι να μετράς— να λογαριάζεσαι, να αντιπροσωπεύεις κάτι, να έχει κάποια σημασία το γεγονός ότι έζησες.

* Αργκό χαρακτηρισμοί των Ιταλών
Μετάφραση: Μαρίνα Λώμη





4 σχόλια:

epikuros είπε...

Mareld μου, όπως φαντάζεσαι, δεν μπόρεσα να το διαβάσω όλο, αλλά πρόλαβα να πάω στο φεγγάρι μαζί με τα παιδιά και την υπέροχη δασκάλα τους.
Στην πρώτη ευκαιρία επανέρχομαι.
Κάτι μου λέει πως υπάρχουν υπέροχοι θησαυροί εδω μέσα.
Φιλιά πολλά.

doraki είπε...

mareld καλησπέρα το κατάφερα το διάβασα όλο πραγματικά δε μπορούσα να το αφήσω στη μέση..
θησαυρός....
φιλάκια

ANAZHTHΣH είπε...

Το αποθήκευσα για να το διαβάσω την κατάλληλη στιγμή,
όμορφη και τρυφερή η χριστουγεννιάτικη διακόσμησή σου,
καλές γιορτές να έχεις,
φιλιά.

mareld είπε...

Αγαπημένοι μου!!!
Να έχετε χαρούμενες γιορτές!!!
Σας φιλώ!!!